×

Επικοινωνία

×

Νομικά Βιβλία από την ASTbooks

Δελτία Τύπου

Δελτίο Τύπου Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α’ 96/11.6.2019)

Δελτίο Τύπου Ποινικός Κώδικας Εγκλήματα κατά της Ιδιοκτησίας και κατά της Περιουσίας Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019)

Δελτίο Τύπου Ποινικός Κώδικας Δίκαιο Ανηλίκων Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019)

Δελτίο Τύπου ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ Ν. 4619 2019 (ΦΕΚ Α' 95 11.6.2019)

Αποσπάσματα

Αποσπάσμα Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α’ 96/11.6.2019)

Απόσπασμα Ποινικός Κώδικας Εγκλήματα κατά της Ιδιοκτησίας και κατά της Περιουσίας Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019)

Απόσπασμα Ποινικός Κώδικας Δίκαιο Ανηλίκων Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019)

Απόσπασμα ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ Ν. 4619 2019 (ΦΕΚ Α' 95 11.6.2019)

Δελτίο Τύπου Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α’ 96/11.6.2019)

Το παρόν βιβλίο της ASTbooks με τίτλο «Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α’ 96/11.6.2019)», προκειμένου για την παρουσίαση των νέων διατάξεων έχει επιλεγεί η κάτωθι δομή:

  • Αιτιολογική έκθεση του ψηφισθέντος νόμου
  • Κείμενο νόμου κατ’ άρθρο το οποίο έχει συνδεθεί με την προϊσχύουσα διάταξη
  • Περιεχόμενα
  • Αλφαβητικό ευρετήριο

Όσον αφορά τη δομή του νέου Ποινικού Κώδικα περιέχει έντεκα Βιβλία:

  • Στο πρώτο αποτελούμενο από έξι Τμήματα έχουν ενταχθεί οι διατάξεις των Γενικών ορισμών του νέου ΚΠΔ και ειδικότερα ανά τμήμα υπάρχουν οι διατάξεις που αφορούν:
  • τα Ποινικά δικαστήρια και Δικαστικά πρόσωπα (άρθρα 1 – 26)
  • την Ποινική δίωξη (άρθρα 27 – 62)
  • την παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας (άρθρα 63 – 69)
  • τους διαδίκους στην ποινική δίκη (άρθρα 70 – 108)
  • την αρμοδιότητα (άρθρα 109 – 136)
  • τις διαδικαστικές πράξεις (άρθρα 137 – 176)
  • Στο δεύτερο – αποτελούμενο από πέντε Κεφάλαια έχουν ενταχθεί οι διατάξεις που αφορούν τις αποδείξεις και ειδικότερα ανά κεφάλαιο:
  • Οι γενικοί ορισμοί (άρθρα 177 – 178)
  • Ενδείξεις και αυτοψία (άρθρα 179 – 182)
  • Πραγματογνώμονες και τεχνικοί σύμβουλοι (άρθρα 183 – 208)
  • Μάρτυρες (άρθρα 209 – 232)
  • Διερμηνείς (άρθρα 233 – 238)
  • Στο τρίτο – αποτελούμενο από τέσσερα Τμήματα έχουν ενταχθεί οι διατάξεις που αφορούν την προδικασία και ειδικότερα ανά τμήμα:
  • Ανάκριση (άρθρα 239 – 250)
  • Ανακριτικές πράξεις (άρθρα 251 – 300)
  • Ποινική συνδιαλλαγή και ποινική διαπραγμάτευση (άρθρα 301 – 304)
  • Διαδικασία στα δικαστικά συμβούλια (άρθρα 305 – 315)
  • Στο τέταρτο – αποτελούμενο από τρία Τμήματα έχουν ενταχθεί οι διατάξεις που αφορούν την διαδικασία στο ακροατήριο και ειδικότερα ανά τμήμα:
  • Προπαρασκευαστική διαδικασία (άρθρα 316 – 328)
  • Κύρια διαδικασία (άρθρα 329 – 373)
  • Ειδικοί κανόνες διαδικασίας (άρθρα 374 – 408)
  • Στο πέμπτο – αποτελούμενο από τρία Τμήματα έχουν ενταχθεί οι διατάξεις που αφορούν ειδικές διαδικασίες και ειδικότερα ανά τμήμα:
  • Συνοπτική διαδικασία (άρθρα 409 – 427)
  • Διαδικασία κατά απόντων και φυγόδικων (άρθρα 428 – 435)
  • Δικαστική συνδρομή (άρθρα 436 – 461)
  • Στο έκτο – αποτελούμενο από τρία Τμήματα έχουν ενταχθεί οι διατάξεις που αφορούν τα ένδικα μέσα και ειδικότερα ανά τμήμα:
  • Γενικοί ορισμοί (άρθρα 462 – 476)
  • Ένδικα μέσα κατά βουλευμάτων (άρθρα 477 – 485)
  • Ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων (άρθρα 486 – 524)
  • Στο έβδομο – αποτελούμενο από δύο Κεφάλαια έχουν ενταχθεί οι διατάξεις που αφορούν τα έκτακτα ένδικα μέσα και ειδικότερα ανά κεφάλαιο:
  • Επανάληψη της διαδικασίας (άρθρα 525 – 534)
  • Αποζημίωση εκείνων που κρατήθηκαν και μετέπειτα αθωώθηκαν (άρθρα 535 – 544)
  • Στο όγδοο – αποτελούμενο από πέντε Κεφάλαια έχουν ενταχθεί οι διατάξεις που αφορούν τα έκτακτα ένδικα μέσα και ειδικότερα ανά κεφάλαιο:
  • Αποφάσεις εκτελεστές (άρθρα 545 – 554)
  • Αναβολή και διακοπή της εκτέλεσης της ποινής (άρθρα 555 – 560)
  • Αμφιβολίες και αντιρρήσεις σχετικά με την εκτέλεση (άρθρα 561 – 563)
  • Τέλος των ποινών (άρθρα 564 – 566)
  • Εποπτεία στην έκτιση της στερητικής της ελευθερίας ποινής (άρθρο 567)
  • Στο ένατο βιβλίο έχουν ενταχθεί οι διατάξεις που αφορούν το Ποινικό Μητρώο (άρθρα 568 – 575)
  • Στο δέκατο βιβλίο έχουν ενταχθεί οι διατάξεις που αφορούν τα Έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρα 576 – 584)
  • Τέλος, στο ενδέκατο βιβλίο έχουν ενταχθεί οι μεταβατικές διατάξεις (άρθρα 585 – 592).

Με το Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α’ 96/11.6.2019) ψηφίστηκε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας ο οποίος τίθεται σε ισχύ από 1.7.2019, καταργώντας τον προϊσχύοντα Κώδικα, δεδομένου ότι από τον Ν. 1493/1950 περί κυρώσεως του ΚΠΔ μέχρι σήμερα μεσολάβησαν τόσες πολλές και τόσο διαφορετικές νομοθετικές επεμβάσεις στις διατάξεις του Κώδικα, ώστε ο επηρεασμός «της αρχιτεκτονικής και εσωτερικής αλληλουχίας των καθ’ έκαστα διατάξεων» και η αλλοίωση «της συνοχής και συνάρτησης των μερών» του κειμένου αποτέλεσαν κοινή διαπίστωση.

Η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή επεξεργάστηκε και κατέθεσε ένα πλήρως ανανεωμένο και εναρμονισμένο με τις σύγχρονες δικαιοκρατικές απαιτήσεις Σχέδιο ΚΠΔ, το οποίο προέκυψε αφενός μέσα από τη συσχέτιση και αξιοποίηση όλων των προηγούμενων προσπαθειών κωδικοποίησης και όλων των επιστημονικών θέσεων των τελευταίων είκοσι ετών και αφετέρου μέσα από την επιστημονική εξέλιξη των ευρωπαϊκών δρωμένων στο χώρο του Δικαίου (Αποφάσεις – πλαίσιο, Συμβάσεις, Οδηγίες κ.α.).

Με δεδομένο ότι η διαμόρφωση του μικτού ποινικού δικονομικού συστήματος, που εμφανίζεται ως κυρίαρχο σύστημα στις έννομες τάξεις των χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης, αποτελεί προϊόν μιας μακρόχρονης διαδικασίας από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, κρίθηκε σκόπιμο από τη Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή να διατηρηθεί η ηπειρωτική δόμηση της μορφής της ποινικής δίκης και οι κεντρικοί θεσμοί της.

Ως κύρια χαρακτηριστικά του Σχεδίου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ισχύουν τα κάτωθι:

α) Η διατήρηση του μικτού τύπου διαδικασίας.

β) Η δόμηση της μορφής της δίκης με βάση τα ίδια στάδια και τους ίδιους παράγοντες της δίκης

γ) Η ισοστάθμιση των αναγκών προστασίας της κοινωνίας και του ατόμου.

δ) Η διατήρηση του αυτεπάγγελτου της ποινικής δίωξης στον μεγαλύτερο όγκο των αδικημάτων.

ε) διασφάλιση του δικαιώματος της ακρόασης των διαδίκων, αλλά και των λοιπών δικαιωμάτων τους, κατά τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης.

στ) Η διατήρηση της συμμετοχής του λαϊκού στοιχείου στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.

ζ) Η ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά και η αναγνώριση των ορίων της ηθικής απόδειξης.

Δελτίο Τύπου Ποινικός Κώδικας Εγκλήματα κατά της Ιδιοκτησίας και κατά της Περιουσίας Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019)

Στο παρόν βιβλίο της ASTbooks με τίτλο «Ποινικός Κώδικας Εγκλήματα κατά της Ιδιοκτησίας και κατά της Περιουσίας Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019)», προκειμένου για την παρουσίαση των νέων διατάξεων έχει επιλεγεί η κάτωθι δομή:

  • Ιστορική αναδρομή
  • Βασικές αρχές σύνταξης του νέου Κώδικα
  • Ουσιώδεις αλλαγές Γενικού και Ειδικού μέρους
  • Κείμενο νόμου κατ’ άρθρο το οποίο έχει συνδεθεί με:
  • Αιτιολογική έκθεση
  • Προϊσχύουσα διάταξη

Με το Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019) ψηφίστηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας ο οποίος τίθεται σε ισχύ από 1.7.2019, καταργώντας τον προϊσχύοντα Κώδικα ο οποίος υπήρξε προϊόν µακράς και παραγωγικής επεξεργασίας, αφού η πρώτη επιτροπή για τη σύνταξή του («καθολικής ανακαινίσεως του Ποινικού Νόµου» του 1824) ορίσθηκε το 1911 και η σύνταξη του πρώτου Σχεδίου αποπερατώθηκε το 1923. Ακολούθησε η σύνταξη δεύτερου Σχεδίου (1937), επακολούθησε το 1940 το τρίτο Σχέδιο και τελικά υποβλήθηκε στη Βουλή το τελικό Σχέδιο του 1948, το οποίο κυρώθηκε µε τον ν. 1492/1950 και τέθηκε σε ισχύ την 1.1.1951.

Ο νέος Ποινικός Κώδικας διέπεται από βασικές αρχές, όπως η αρχή της νοµιµότητας του εγκλήµατος και της ποινής, ο σεβασµός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, η αρχή της αναλογικότητας, η αρχή της ενοχής, η δηµοκρατική αρχή, η φιλελεύθερη αρχή ή αρχή της προσωπικής αυτονοµίας, η αρχή της ισότητας, η αρχή του κοινωνικού κράτους, η αρχή της επιείκειας, η αρχή της επικουρικότητας του ποινικού δικαίου και η αρχή του κράτους δικαίου. Πρόκειται για ένα πλέγµα αρχών και αξιών του Συντάγµατος που δεσµεύει όχι µόνο την εκτελεστική, αλλά και τη νοµοθετική εξουσία και συναρτάται µε την ανεξαρτησία των δικαστών, που είναι «συνειδητά δεσµευµένοι στο νόµο».

Όσον αφορά τη δομή του νέου Ποινικού Κώδικα περιέχει τρία βιβλία, όπως άλλωστε και ο προϊσχύων Ποινικός Κώδικας.

Δελτίο Τύπου Ποινικός Κώδικας Δίκαιο Ανηλίκων Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019)

Στο παρόν βιβλίο της ASTbooks με τίτλο «Ποινικός Κώδικας Δίκαιο Ανηλίκων Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019)», προκειμένου για την παρουσίαση των νέων διατάξεων έχει επιλεγεί η κάτωθι δομή:

  • Ιστορική αναδρομή
  • Βασικές αρχές σύνταξης του νέου Κώδικα
  • Ουσιώδεις αλλαγές Γενικού και Ειδικού μέρους
  • Κείμενο νόμου κατ’ άρθρο το οποίο έχει συνδεθεί με:
  • Αιτιολογική έκθεση
  • Προϊσχύουσα διάταξη

Με το Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019) ψηφίστηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας ο οποίος τίθεται σε ισχύ από 1.7.2019, καταργώντας τον προϊσχύοντα Κώδικα ο οποίος υπήρξε προϊόν µακράς και παραγωγικής επεξεργασίας, αφού η πρώτη επιτροπή για τη σύνταξή του («καθολικής ανακαινίσεως του Ποινικού Νόµου» του 1824) ορίσθηκε το 1911 και η σύνταξη του πρώτου Σχεδίου αποπερατώθηκε το 1923. Ακολούθησε η σύνταξη δεύτερου Σχεδίου (1937), επακολούθησε το 1940 το τρίτο Σχέδιο και τελικά υποβλήθηκε στη Βουλή το τελικό Σχέδιο του 1948, το οποίο κυρώθηκε µε τον ν. 1492/1950 και τέθηκε σε ισχύ την 1.1.1951. Ο νέος Ποινικός Κώδικας διέπεται από βασικές αρχές, όπως η αρχή της νοµιµότητας του εγκλήµατος και της ποινής, ο σεβασµός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, η αρχή της αναλογικότητας, η αρχή της ενοχής, η δηµοκρατική αρχή, η φιλελεύθερη αρχή ή αρχή της προσωπικής αυτονοµίας, η αρχή της ισότητας, η αρχή του κοινωνικού κράτους, η αρχή της επιείκειας, η αρχή της επικουρικότητας του ποινικού δικαίου και η αρχή του κράτους δικαίου. Πρόκειται για ένα πλέγµα αρχών και αξιών του Συντάγµατος που δεσµεύει όχι µόνο την εκτελεστική, αλλά και τη νοµοθετική εξουσία και συναρτάται µε την ανεξαρτησία των δικαστών, που είναι «συνειδητά δεσµευµένοι στο νόµο». Όσον αφορά τη δομή του νέου Ποινικού Κώδικα περιέχει τρία βιβλία, όπως άλλωστε και ο προϊσχύων Ποινικός Κώδικας.

Δελτίο Τύπου ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ Ν. 4619 2019 (ΦΕΚ Α' 95 11.6.2019)

Το πληρέστερο έργο που κυκλοφορεί!

Στο παρόν βιβλίο της ASTbooks με τίτλο «Ποινικός Κώδικας Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019», προκειμένου για την παρουσίαση των νέων διατάξεων έχει επιλεγεί η κάτωθι δομή:

  • Ιστορική αναδρομή
  • Βασικές αρχές σύνταξης του νέου Κώδικα
  • Ουσιώδεις αλλαγές Γενικού και Ειδικού μέρους
  • Κείμενο νόμου κατ’ άρθρο το οποίο έχει συνδεθεί με:
  • Αιτιολογική έκθεση
  • Προϊσχύουσα διάταξη
  • Διπλό ευρετήριο κατά μέρος και αλφαβητικό

Με το Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019) ψηφίστηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας ο οποίος τίθεται σε ισχύ από 1.7.2019, καταργώντας τον προϊσχύοντα Κώδικα ο οποίος υπήρξε προϊόν µακράς και παραγωγικής επεξεργασίας, αφού η πρώτη επιτροπή για τη σύνταξή του («καθολικής ανακαινίσεως του Ποινικού Νόµου» του 1824) ορίσθηκε το 1911 και η σύνταξη του πρώτου Σχεδίου αποπερατώθηκε το 1923. Ακολούθησε η σύνταξη δεύτερου Σχεδίου (1937), επακολούθησε το 1940 το τρίτο Σχέδιο και τελικά υποβλήθηκε στη Βουλή το τελικό Σχέδιο του 1948, το οποίο κυρώθηκε µε τον ν. 1492/1950 και τέθηκε σε ισχύ την 1.1.1951.

Ο νέος Ποινικός Κώδικας διέπεται από βασικές αρχές, όπως η αρχή της νοµιµότητας του εγκλήµατος και της ποινής, ο σεβασµός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, η αρχή της αναλογικότητας, η αρχή της ενοχής, η δηµοκρατική αρχή, η φιλελεύθερη αρχή ή αρχή της προσωπικής αυτονοµίας, η αρχή της ισότητας, η αρχή του κοινωνικού κράτους, η αρχή της επιείκειας, η αρχή της επικουρικότητας του ποινικού δικαίου και η αρχή του κράτους δικαίου. Πρόκειται για ένα πλέγµα αρχών και αξιών του Συντάγµατος που δεσµεύει όχι µόνο την εκτελεστική, αλλά και τη νοµοθετική εξουσία και συναρτάται µε την ανεξαρτησία των δικαστών, που είναι «συνειδητά δεσµευµένοι στο νόµο».

Όσον αφορά τη δομή του νέου Ποινικού Κώδικα περιέχει τρία βιβλία, όπως άλλωστε και ο προϊσχύων Ποινικός Κώδικας:

  • Στο πρώτο έχουν ενταχθεί οι διατάξεις του Γενικού Μέρους, οι οποίες ισχύουν για το σύνολο των εγκληµάτων όχι µόνο του Ποινικού Κώδικα αλλά και των Ειδικών Ποινικών Νόµων, αν δεν προβλέπεται διαφορετικά.
  • Στο δεύτερο έχει ενταχθεί το Ειδικό Μέρος, όπου περιγράφονται τα εγκλήµατα και προσδιορίζονται οι ποινικές κυρώσεις.
  • Στο τρίτο βιβλίο περιλαµβάνονται οι µεταβατικές διατάξεις

Αναλυτικότερα:

  • Το πρώτο βιβλίο χωρίζεται σε οκτώ Κεφάλαια, στα οποία κατά βάση τηρείται η δοµή του προϊισχύοντος Ποινικού Κώδικα. Προσδιορίζονται, δηλαδή, αρχικά οι γενικοί κανόνες και ακολουθεί:
  • η ανάλυση των βασικών για την κατάφαση του αρχικού αξιοποίνου στοιχείων (αρχικό άδικο, υπαιτιότητα, τελικό άδικο και ενοχή),
  • οι διατάξεις διεύρυνσης του αξιοποίνου (απόπειρα – συµµετοχή)
  • οι διατάξεις για τις ποινές, οι οποίες αντίστοιχα ταξινοµούνται σε εκείνες που αναφέρονται στην απειλή των ποινών, σε εκείνες που ρυθµίζουν την επιµέτρηση και σε εκείνες που προσδιορίζουν τον τρόπο έκτισης των ποινικών κυρώσεων.
  • οι διατάξεις σχετικά µε την εξάλειψη του αξιοποίνου και την ποινική µεταχείριση των ανήλικων δραστών αξιόποινων πράξεων.
  • Το δεύτερο βιβλίο χωρίζεται σε είκοσι τρία Κεφάλαια επί των οποίων σημειώνονται τα εξής:
  • Το όγδοο κεφάλαιο για τα εγκλήµατα που ανάγονται στη στρατιωτική υπηρεσία και στην υποχρέωση για στράτευση καταργήθηκε διότι µε δεδοµένη την ύπαρξη του στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, η ειδική αναφορά στην στρατιωτική υπηρεσία στον Ποινικό Κώδικα δεν είχε νόηµα. Έτσι, άλλωστε, το Σχέδιο συµβαδίζει µε τις επιλογές που έχουν γίνει σε όλους τους σύγχρονους ευρωπαϊκούς Ποινικούς Κώδικες, όπου δε συναντάται αυτοτελές Κεφάλαιο για την προστασία του στρατού.
  • Το δέκατο έκτο κεφάλαιο για τη µονοµαχία είχε καταργηθεί µε τον ν. 3904/2010.
  • Τα κεφάλαια εικοστό τρίτο και εικοστό τέταρτο (εγκλήµατα κατά της ιδιοκτησίας και εγκλήµατα κατά περιουσιακών δικαιωµάτων) συγχωνεύθηκαν σε ενιαίο κεφάλαιο (εγκλήµατα κατά περιουσιακών αγαθών). Η ενοποίηση ήταν επιβεβληµένη ενόψει του γεγονότος, ότι η συνταγµατική προστασία της ιδιοκτησίας καλύπτει και τα ενοχικά δικαιώµατα, όπως τούτο ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για τον «σεβασµό της περιουσίας κάθε φυσικού ή νοµικού προσώπου» (ΟλΑΠ 40/1998).
  • Το εικοστό έκτο κεφάλαιο για τα πταίσµατα καταργήθηκε, αφού δεν προβλέπεται η κατηγορία αυτή αξιόποινων πράξεων, που συνιστούν πλέον διοικητικά αδικήµατα, βάσει ειδικών νόµων.
  • Τα κεφάλαια εικοστό πέµπτο (επαιτεία και αλητεία) και εικοστό έβδοµο (τελικές διατάξεις) καταργήθηκαν.

Αποσπάσμα Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α’ 96/11.6.2019)

2 Η αξιακή δομή του ΚΠΔ

  1. Η διατήρηση της παραδοσιακής μορφής της ηπειρωτικής δίκης

Με δεδομένο ότι η διαμόρφωση του μικτού ποινικού δικονομικού συστήματος, που εμφανίζεται ως κυρίαρχο σύστημα στις έννομες τάξεις των χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης, αποτελεί προϊόν μιας μακρόχρονης διαδικασίας από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, κρίθηκε σκόπιμο από τη Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή να διατηρηθεί η ηπειρωτική δόμηση της μορφής της ποινικής δίκης και οι κεντρικοί θεσμοί της.

Ως κύρια χαρακτηριστικά του Σχεδίου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ισχύουν, μετά ταύτα, τα ίδια εν πολλοίς χαρακτηριστικά που αναφέρει η Έκθεση Γενικής Εισηγήσεως της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής (Ζαχαρόπουλου, Ελληνική Ποινική Δικονομία, 1950, σελ. 23 επ.), όπως :

α) Η διατήρηση του μικτού τύπου διαδικασίας, αλλού με ενίσχυση των αρχών του εξεταστικού συστήματος και αλλού των αρχών του κατηγορητικού συστήματος.

β) Η δόμηση της μορφής της δίκης με βάση τα ίδια στάδια και τους ίδιους παράγοντες της δίκης (διαδίκους, κύρια και βοηθητικά πρόσωπα απονομής δικαιοσύνης)

γ) Η ισοστάθμιση των αναγκών προστασίας της κοινωνίας και του ατόμου.

δ) Η διατήρηση του αυτεπάγγελτου της ποινικής δίωξης στον μεγαλύτερο όγκο των αδικημάτων.

ε) διασφάλιση του δικαιώματος της ακρόασης των διαδίκων, αλλά και των λοιπών δικαιωμάτων τους, κατά τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης.

στ) Η διατήρηση της συμμετοχής του λαϊκού στοιχείου στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.

ζ) Η ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά και η αναγνώριση των ορίων της ηθικής απόδειξης (αποδεικτικές απαγορεύσεις, υποχρέωση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των εν ευρεία εννοία αποφάσεων).

  1. Η ισόρροπη ανταπόκριση στις σύγχρονες τάσεις του ευρωπαϊκού χώρου

Καθώς, βέβαια, τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο, παρατηρείται μια συνεχής επιστημονική και νομοθετική κινητικότητα στο χώρο της ποινικής δίκης και των δικαιωμάτων, κρίθηκε ως αναγκαία η εξέταση και αποδοχή συγκεκριμένων εκφράσεων αυτής της κινητικότητας, όπως θα επέβαλλε κάθε σύγχρονο νομοθέτημα. Σημεία αναφοράς της κινητικότητας αυτής αποτελούν τόσο η κατά κόρον «αναζητούμενη» επιτάχυνση απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, όσο και η ενίσχυση και διεύρυνση των δικαιωμάτων των διαδίκων και ιδίως του κατηγορουμένου, καθώς και η αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού κυρίως στο πεδίο αντιμετώπισης της οργανωμένης εγκληματικότητας. Η κινητικότητα αυτή εκφράζεται είτε με τη διάπλαση νέων δικονομικών θεσμών είτε με τη μετεξέλιξη υφισταμένων θεσμών κατά το πρότυπο άλλων συστημάτων, είτε με την απόρριψη ή την απένταξή τους από το ισχύον δικονομικό σύστημα. Στο σύνολο των ειδικότερων αυτών εκφράσεων αντιστοιχούν, πάντως, συγκεκριμένες τάσεις διαμόρφωσης του ισχύοντος δικονομικού συστήματος προς την κατεύθυνση μιας πιο ουσιαστικής σύζευξης των στοιχείων της εξεταστικής και κατηγορητικής δίκης. Μιας σύζευξης, που ούτως ή άλλως δρομολογείται και προωθείται με μεγάλες ταχύτητες σε διεθνές επίπεδο, όπως αποδείχθηκε στο παράδειγμα του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου (ν. 3003/2002), αλλά κυρίως στο παράδειγμα των αποφάσεων – πλαισίων και νυν των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Α. Ως πρώτη αποτύπωση αυτών των νεότερων τάσεων εγγράφεται η παρατηρούμενη σε διεθνές πεδίο ενδυνάμωση του ρόλου του εισαγγελέα. Ορατό είναι τούτο σε έννομες τάξεις του παραδοσιακού μικτού δικονομικού συστήματος που είτε προβαίνουν σε τομές καθιστώντας ευθέως τον εισαγγελέα απόλυτο κυρίαρχο της προδικασίας (όπως η αυστριακή νόμος περί συμπλήρωσης της αναμόρφωσης της ποινικής διαδικασίας ΙΙ, BGBl I 2007/112 και παλαιότερα η γερμανική), είτε διευρύνουν το πεδίο των λειτουργικών εισαγγελικών αρμοδιότητων (όπως η ελληνική με την παροχή στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών της δυνατότητας αρχειοθέτησης των υποθέσεων του μονομελούς πλημμελειοδικείου ή η γερμανική στις περιπτώσεις αναστολής ή αποχής από την ποινική δίωξη), είτε προετοιμάζονται για την υποδοχή νέων θεσμών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (όπως αυτού του Ευρωπαίου Εισαγγελέα κατ’ άρθρο 86 της Συνθήκης Ε.Ε. και των θεσμών της Europol και της Eurojust που προωθούν τη συνεργασία των εθνικών διωκτικών αρχών σε ευρωπαϊκό επίπεδο).

Β. Ως κεντρική τάση στις έννομες τάξεις των χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης αναδύεται, περαιτέρω, η τάση εμπλουτισμού της ποινικής δίκης με στοιχεία της κατηγορητικής δίκης αγγλοαμερικανικού προτύπου, τόσο σε σχέση με τον ρόλο του δικάζοντος δικαστή κατά την εξέταση των μαρτύρων (διασταυρούμενη εξέταση) ή των λοιπών αποδείξεων (Schünemann, Zur Reform der Hauptverhandlung im Strafprozeβ, GA 1978, 161 επ.∙ Dencker, Informelles Kreuzverhör, Fs für Kleinknecht, 1985, σελ. 79 επ.), όσο και σε σχέση με την πιο απόλυτη ισχύ της αρχής της αμεσότητας κατά την αποδεικτική διαδικασία (Weigend, Unmittelbare Beweisaufnahme – ein Konzept für das Strafverfahren des 21. Jahrhunders?, FS für Eisenberg, 2009, σελ. 657 επ.), καθώς και σε σχέση με τους ειδικότερους ρόλους των παραγόντων της δίκης στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας. Στην κατεύθυνση αυτή συζητείται ο μετριασμός των έντονων στοιχείων του εξεταστικού τύπου που παρατηρούνται στον πρόεδρο του δικαστηρίου κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων στην ακροαματική διαδικασία, σε συνδυασμό με την ενδυνάμωση των ρόλων του εισαγγελέα αφενός και του συνηγόρου υπεράσπισης αφετέρου.

Γ. Ως εξίσου διευρυμένη τάση στις έννομες τάξεις των χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης αναδεικνύεται η τάση θέσπισης αυστηρότερων ποινικών διατάξεων και συνάμα επαχθέστερων δικονομικών και εγκληματοπροληπτικών μέτρων για την καταπολέμηση και ευχερέστερη εξιχνίαση των μορφών τρομοκρατικής και εν γένει οργανωμένης εγκληματικής δράσης. Η τάση αυτή βαρύνεται με τη δομικής φύσης μεταστροφή των προτεραιοτήτων που επήλθε στο δικονομικό δίκαιο αναφορικά με τη σημασία των προστατευόμενων αξιών της κοινωνίας και του ατόμου, αλλά και την κατασταλτική ή μη κατεύθυνση της ποινικής προδικασίας. Αποτέλεσμα αυτής της μεταστροφής είναι η διάβρωση της προδικασίας με προληπτικά (δικονομικά) μέτρα (όπως η ανακριτική διείσδυση, η παρακολούθηση, η διασταύρωση προσωπικών δεδομένων κ.τ.λ.), που παρότι παραμένουν έκθετα από δικαιοκρατική άποψη «νομιμοποιούνται» με την επίκληση της αυξημένης ανάγκης προστασίας της κοινωνίας από το οργανωμένο έγκλημα.

Δ. Στις νεότερες τάσεις εναλλακτικής απονομής της ποινικής δικαιοσύνης ανήκει και η τάση θέσπισης της ποινικής συνδιαλλαγής. Η εισαγωγή του θεσμού αυτού, που σε ορισμένες περιπτώσεις καθίσταται επιτακτική (όπως λ.χ. στις περιπτώσεις που αφορά το άρθρο 10 της από 15/3/2001 Απόφασης – Πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες, βλ. Ν. Λίβο, Οι πνευματικές βάσεις της ελληνικής ποινικής δικονομίας, ΠοινΧρ 2005, 305 υποσημ. 29∙ Γρ. Καλφέλη, Οι ραγδαίες αλλαγές στο ευρωπαϊκό δικονομικό δίκαιο, ΠοινΧρ 2011, 241 επ.∙ Θ. Δαλακούρα, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 2012, σελ. 74 επ.), υλοποιεί τη δυνατότητα απονομής ποινικής δικαιοσύνης με γνώμονα τη βούληση των διαδίκων. Προς τούτο προϋποτίθεται, βέβαια, η κατάλληλη κατάστρωση του δικονομικού μηχανισμού και της συναφούς διαδικασίας, έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνει και τέτοιους εναλλακτικούς τρόπους εκδίκασης των εγκλημάτων, οι οποίοι να εντάσσονται συστηματικά και να υπακούουν στον ίδιο σκοπό της δίκης. Συνάμα προϋποτίθεται ο ακριβής καθορισμός των εγκλημάτων που θα επιτρέπουν τη δυνατότητα συνδιαλλαγής, έτσι ώστε να εξειδικεύεται το πεδίο εφαρμογής της.

Ε. Η μέχρι τώρα εισαγωγή ειδικότερων μορφών ποινικού συμβιβασμού στο ελληνικό ποινικό δικονομικό σύστημα, όπως η ποινική διαπραγμάτευση, υπήρξε προβληματική στο βαθμό που αντιμετωπιζόταν ως ξένο σώμα και ρωγμή στην παραδοσιακή μορφή της δίκης. Παρά ταύτα προσπάθειες θέσπισης μορφών ποινικού συμβιβασμού έγιναν τόσο στο ΣχΚΠΔ υπό την Προεδρία του αείμνηστου Ι. Μανωλεδάκη όσο και στο ΣχΚΠΔ υπό την Προεδρία Λ. Μαργαρίτη. Ένθεν κακείθεν αναπτύχθηκαν προβληματισμοί και θέσεις, βασισμένες στην πλειοψηφία τους σε εμπειρίες είτε του καθαρού αγγλοαμερικανικού χώρου είτε του ευρωπαϊκού χώρου (βλ. Γ. Τριανταφύλλου, σε: Λ. Κοτσαλή, Ελευθερία, Υπευθυνότητα, Κράτος Δικαίου, 2011, σελ. 199 επ.∙ Χρ. Μυλωνόπουλου, ΠοινΧρ 2013, 81 επ.∙ Ν. Ανδρουλάκη, ΠοινΧρ 2014, 401 επ.∙ Α. Τζαννετή, ΠοινΧρ 2016, 15 επ.∙ Γ. Καλφέλη, ΠοινΧρ 2016, 321 επ.∙ Θ. Δαλακούρα, ΠοινΧρ 2016, 326 επ. Λ. Τσόγκα, ΠοινΔικ 2016, 288 επ.∙ Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, ΠοινΔικ 2016, 641 επ.). Μια επιφυλακτική προώθηση του θεσμού αυτού προωθήθηκε στο παρόν ΣχΚΠΔ, με την επίγνωση ότι η εφαρμογή του θα εξαρτηθεί από τη συνδρομή συγκεκριμένων προϋποθέσεων και από αλλαγή νοοτροπίας του συνόλου των παραγόντων της δίκης. Πάντως, ευρεία εφαρμογή έχουν επιφυλάξει τα τελευταία χρόνια στο θεσμό της ποινικής διαπραγμάτευσης πολλές έννομες τάξεις της ηπειρωτικής Ευρώπης, όπως εσχάτως η Γερμανία (§ 257c StPO – BT-Drs. 65/2009) και προηγουμένως η Αυστρία (§ 194, 208 ÖstStPO –BGBl I 2004/19), παλαιότερα η Ισπανία και Γαλλία, κυρίως όμως η Ιταλία το 1991 με μια δέσμη συμβιβαστικών διαδικασιών αντίστοιχων του αγγλοαμερικανικού δικαίου (βλ. Θ. Δαλακούρα, Υπερ 1993, 475 επ.∙ Chiavario, ΠοινΧρ 1996, 464 επ.).

ΣΤ. Tέλος, εξίσου ευμεγέθη ορίζοντα εμφανίζει στις ευρωπαϊκές έννομες τάξεις η τάση διεύρυνσης της εφαρμογής του θεσμού της αποχής από την ποινική δίωξη. Ο εν λόγω θεσμός, που προσδίδει ουσιαστικό περιεχόμενο στην αρχή της σκοπιμότητας, εγγράφεται ως μία εκ των προσφορότερων λύσεων για την αποσυμφόρηση των πινακίων των δικαστηρίων από υποθέσεις ήσσονος σημασίας ή ειδικών χαρακτηριστικών. Η μέχρι τώρα εισαγωγή του θεσμού αυτού στο πεδίο της μικρής ή μεσαίας εγκληματικότητας των ανηλίκων (άρθρο 45Α ΚΠΔ) οφείλει να επεκταθεί με σύνεση και σε άλλες περιπτώσεις (βλ. Θ. Δαλακούρα, ΠοινΧρ 2014, 321 επ.), κατά το πρότυπο των ρυθμίσεων λ.χ. των §§ 153, 153a-f και 155a του γερμανικού ΚΠΔ (βλ. Meyer-Goβner, Strafprozessordnung, 59η έκδ. 2016, § 153 Πλρ. 1 επ.), της § 191 του Αυστριακού ΚΠΔ (βλ. Venier, Einstellung und Anklage im neuen Strafprozessrecht, ŐJZ 2007, 905 επ.), αλλά και των άρθρων 41-1 και 41-2 του Γαλλικού ΚΠΔ (Fourment, Procedure Penale, 2008, σελ. 138∙53. Ιδιαίτερα συνιστάται, μάλιστα, για τη μείωση του δικαστικού φόρτου, η επιλογή προσωρινής διακοπής της διαδικασίας και η εξάρτηση της οριστικής ανάλωσης της ποινικής αξίωσης της πολιτείας από την εκπλήρωση συγκεκριμένων όρων ή καθηκόντων εκ μέρους του κατηγορουμένου για πλημμέλημα.

3 Οι ειδικότερες τροποποιήσεις στις διατάξεις του πρώτου Βιβλίου περί Γενικών Ορισμών

3.1 Ποινικά Δικαστήρια και δικαστικά πρόσωπα (1ο Τμήμα)

Τα διαλαμβανόμενα στο 1ο Τμήμα του ΣχΚΠΔ, σε σχέση με την εν γένει οργάνωση των ποινικών δικαστηρίων και με τα δικαστικά πρόσωπα, δεν απομακρύνονται ριζικά από τις ρυθμίσεις του ισχύοντος ΚΠΔ.

3.1.Α Ποινική δικαιοδοσία

Η διατήρηση των κεντρικών ρυθμίσεων του άρθρου 1 για την ποινική δικαιοδοσία και του άρθρου 2 για τις εξαιρέσεις της υπήρξε επιβεβλημένη, καθώς αντανακλά την επιβεβλημένη δικαιοκρατικά κατάστρωση των δικαστηρίων και την υποχρέωση τήρησης των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας. Κατά την απαρίθμηση των δικαστηρίων στο άρθρο 1 απαλείφθηκαν στο στοιχείο στ) οι λέξεις «ως ακυρωτικό», καθόσον θεωρήθηκε ότι αρκεί στο σημείο αυτό η αναφορά του Αρείου Πάγου ως δικαστηρίου. Άλλωστε στο άρθρο 10 ΣχΚΠΔ αναλύεται πλήρως η ακριβής δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου.

3.1.Β Τα ποινικά Δικαστήρια

Οι ρυθμίσεις των άρθρων 3 έως 13 αναμορφώθηκαν, ώστε να αποδίδουν αφενός μεν πληρέστερα την κατάστρωση των δικαστηρίων, όπως λ.χ. στην περίπτωση του άρθρου 12 που αναφέρεται στην υποχρεωτική παράσταση του εισαγγελέα κατά τις συνεδριάσεις των ποινικών δικαστηρίων, αφετέρου δε ακριβέστερα την ενεστώσα νομοθετική κατάσταση.

Λόγω της αποποινικοποίησης των πταισμάτων απαλείφθηκε εύλογα η ρύθμιση που αφορούσε τα πταισματοδικεία. Για την αντιμετώπιση των εκκρεμών ζητημάτων λήφθηκε μέριμνα με σχετική μεταβατική διάταξη. Ύστερα από την αναγκαία αναρίθμηση, το άρθρο 3 διαλαμβάνει πλέον τα σχετικά με τη σύσταση και δικαιοδοσία των δικαστηρίων των πλημμελειοδικών. Στην παρ. 2 του άρθρου αυτού εξειδικεύτηκαν οι επί μέρους δικαιοδοτικές δράσεις του δικαστηρίου αυτού και προστέθηκαν στις ήδη αναφερόμενες (δηλαδή σε αυτές της ανάκρισης και της άσκησης της εξουσίας του δικαστικού συμβουλίου) αφενός η άσκηση εξουσίας στις περιπτώσεις αποχής υπό όρους από την ποινική δίωξη και αφετέρου η έκδοση ποινικής διαταγής. Για λόγους πληρέστερης απαρίθμησης προστέθηκε και η εξειδικευόμενη στα επόμενα άρθρα δικαιοδοσία εκδίκασης των πλημμελημάτων.

Τα επόμενα άρθρα 4 έως 11 απλοποιούνται κατά το δυνατόν όσον αφορά τη διατύπωσή τους, καθώς επιλέγεται η ευθεία παραπομπή στις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών. Προβλέπεται διάταξη για ορισμό δύο ή τριών ανάλογα με τη σύνθεση συμπαρεδρευόντων δικαστών. Περαιτέρω, προστέθηκαν για λόγους πληρότητας στο άρθρο 10 όλες οι περιπτώσεις, στις οποίος ο Άρειος Πάγος δικάζει σε ολομέλεια, όπως ορίζεται στον κανονισμό λειτουργίας του.

3.1.Γ Οι θεσμοί του αποκλεισμού, της εξαίρεσης και της αποχής των δικαστικών προσώπων

Στα άρθρα 14 έως 26 επανακαθορίζονται οι θεσμοί που εμπεδώνουν την αμεροληψία των δικαστικών προσώπων, δηλαδή οι θεσμοί του αποκλεισμού, της εξαίρεσης και της αποχής των δικαστικών προσώπων. Οι επιμέρους τροποποιήσεις αντανακλούν την αξίωση αμεροληψίας των οργάνων απονομής της δικαιοσύνης. Συναγόμενη ερμηνευτικά από το Σύνταγμα, η αρχή της δικαστικής αμεροληψίας ενσαρκώνει την αντικειμενικότητα της δικαστικής συμπεριφοράς και κατά τούτο ανάγεται εύλογα σε αυτοτελή προϋπόθεση της δίκαιης διαδικασίας. Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι η αξίωση δικαστικής αμεροληψίας κατοχυρώνεται και στις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 εδ. α΄ ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 εδ. α΄ ΔΣΑΠΔ και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αναγορεύουν σε βασικό δικονομικό δικαίωμα το εξειδικεύον τη δίκαιη δίκη δικαίωμα κάθε προσώπου σε ένα «αμερόληπτο δικαστήριο». Εύλογα άλλωστε οριοθετείται η δικαστική αμεροληψία στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ με βάση τις δύο όψεις της, αφενός δηλαδή την υποκειμενική όψη που αναφέρεται στην εσωτερική ψυχική κατάσταση του εκάστοτε δικάζοντος και αφετέρου την αντικειμενική όψη που αναφέρεται στις θεσμικές εγγυήσεις απροκατάληπτης λειτουργίας του δικαστηρίου, όπως στη μη συμμετοχή στη σύνθεση του δικαστηρίου αποκλειόμενων ή εξαιρούμενων προσώπων, αλλά και στην εξουδετέρωση εξωτερικών επιδράσεων υπονόμευσης της αμεροληψίας (βλ. ενδεικτικά ΕΔΔΑ, Υπόθεση Sramek κατά Αυστρίας, Series A, No. 84∙ ΕΔΔΑ, Langborger κατά Σουηδίας, Nο. 11179/84, Z. 32∙ ΕΔΔΑ, Sander κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συνήγορος 2000, 266∙ ΕΔΔΑ, Akademy Trading κ.λ. κατά Ελλάδας, ΝοΒ 2000, 1744).

Ειδικότερα, αναφορικά προς τους λόγους αποκλεισμού, οι λόγοι αυτοί αφενός μεν διευρύνονται εν μέρει, αφετέρου δε εξορθολογικοποιούνται στο πλαίσιο του νέου Κώδικα. Συγκεκριμένα, στην παρ. 1 του άρθρου 14 ΚΠΔ προστίθεται σε τελευταίο εδάφιό της ότι «ο λόγος αποκλεισμού που οφείλεται στη σχέση από γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και στην αγχιστεία εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης».

Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου αφαιρείται από το στοιχείο α) η φράση «με εξαίρεση όσων ορίζονται σχετικά με τα εγκλήματα που γίνονται στο ακροατήριο (άρθρα 116 και 117)», καθόσον η εφαρμογή της εξαίρεσης αυτής αμφισβητούνταν ευθέως υπό το φως της υπέρτερης ισχύος ρύθμισης του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ που δεν ανέχεται οποιαδήποτε εξαίρεση σε σχέση με τον εξωτερικό λόγο της ύπαρξης άμεσης προσωπικής προσβολής που ενδεικνύει αντικειμενική μεροληψία (βλ. Σταύρου, ΠοινΧρ 1991, 488∙ Λ. Μαργαρίτη, Υπερ 1992, 803∙ Θ. Δαλακούρα, ΠΔΔ Ι, 2012, σελ. 215). Στην παρ. 2 του άρθρου 14 τροποποιούνται επιμέρους σημεία στα στοιχεία β) και γ), από τα οποία αφαιρείται η αναφορά στον καταργημένο στο πλαίσιο του νέου Κώδικα «αστικώς υπεύθυνο». Τροποποιείται, ομοίως, το στοιχείο β) και καθόσον προστίθεται σε αυτό ότι «ο λόγος αποκλεισμού που οφείλεται στη σχέση από γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και στην αγχιστεία εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης». Τέλος, στην παρ. 2 του άρθρου 14 προστίθεται στοιχείο ε) στο οποίο προβλέπεται ο αποκλεισμός του «ανακριτή» και στοιχείο στ) στο οποίο θεσπίζεται ο αποκλεισμός «δικαστή και εισαγγελέα που έχουν συμπράξει στην έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος ειδικά στη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκτός εάν δεν είναι εφικτή η συγκρότηση του δικαστηρίου από άλλα πρόσωπα». Άξια μνείας είναι στο σημείο αυτό η αναφορά της προωθούμενης από το ΕΔΔΑ δικαιικής αντίληψη σε σχέση με την προηγούμενη ανάμιξη του δικαστή στην ίδια υπόθεση. Η αντίληψη αυτή εκφράζεται με τις σκέψεις, πρώτον, ότι η άσκηση διαδοχικώς δικαιοδοτικών καθηκόντων από τον ίδιο δικαστή σε διαφορετικά στάδια της ίδιας υπόθεσης παραβιάζει την αρχή της δικαστικής αμεροληψίας που διασφαλίζεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (ΕΔΔΑ, Υπόθεση Petote Pellon κατά Ισπανίας, 25.7.2002∙ ΕΔΔΑ, Υπόθεση Tierce κ.α. κατά Αγίου Μαρίνου, 25.7. 2000∙ ΕΔΔΑ, Υπόθεση Procola κατά Λουξεμβούργου, 25.9.1995, Serie A No 326, PLog 2002, 2672) και, δεύτερον, ότι ο δικαστής που δικάζει στην ακροαματική διαδικασία δεν πρέπει να έχει συμμετάσχει στην προδικασία (ΕΔΔΑ, 26.10.1984, de Cubber κατά Βελγίου, Series A, No 86∙ ΕΔΔΑ, 9.10.1986, Hauschildt κατά Δανίας, Series A, No 49) ούτε να έχει αποφασίσει για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Και τούτο γιατί, σε αντίθεση με την υποκειμενική αμεροληψία που πρέπει να τεκμαίρεται ως υπάρχουσα ενόσω ελλείπουν αντίθετες αποδείξεις, για την αντικειμενική αμεροληψία που συνδέεται με την εμπέδωση της εμπιστοσύνης του κοινού στα δικαστήρια έχουν σημασία ακόμη και λειτουργικές επόψεις και ζητήματα εσωτερικής οργάνωσης, ακριβώς επειδή η στόχευση αφορά την «αδιαμφισβήτητη εντύπωση» του κοινού περί εμφανούς απονομής δικαιοσύνης (ΕΔΔΑ, 1.10.1982, Piersack κατά Βελγίου, Series A, No 53∙ ΕΔΔΑ, 26.10.1984, de Cubber κατά Βελγίου, Series A, No 86). Πάντως, κρίθηκε αναγκαίος, ενόψει ζητημάτων πρακτικής εφαρμογής της διάταξης που συνδέονται με τον μειωμένο αριθμό των υπηρετούντων εισαγγελικών λειτουργών, ο περιορισμός του λόγου αποκλεισμού αυτής της περίπτωσης μόνον στην έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος και όχι στις λοιπές διαδικαστικές ενέργειες της προδικαστικής φάσης.

Αντιστοίχως, στην παρ. 4 του άρθρου 14 προστίθεται στα αποκλειόμενα πρόσωπα της παρ. 3, που δεν μπορούν να μετάσχουν στη σύνθεση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου, ο εισαγγελέας που «συνέπραξε» στην έκδοση της απόφασης. Η ρύθμιση αυτή κρίθηκε αναγκαία διότι ανεξάρτητα από τον τρόπο συμμετοχής του εισαγγελέα στη διαμόρφωση της τελικής κρίσης του δικαστηρίου, ο εισαγγελέας έχει διαμορφώσει συγκεκριμένη άποψη, την οποία έχει εκφράσει και αιτιολογήσει. Εξάλλου, κατά την πάγια θέση της νομολογίας ο ειρηνοδίκης που άσκησε καθήκοντα εισαγγελέα στην ποινική δίκη, όπου αυτό επιτρέπεται, αποκλείεται από τη συμμετοχή του σε επόμενα διαδικαστικά στάδια της ίδια υπόθεσης, αναγνωρίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο ότι και ο εισαγγελέας ή ο δικαστικός λειτουργός που ασκεί καθήκοντα εισαγγελέα εκφέρει άποψη για την ουσία της υπόθεσης και ουσιαστικά συμπράττει στην έκδοση της απόφασης. Τούτο, άλλωστε, συνάδει πλήρως με τη θέση του εισαγγελέα ως δικαστικού προσώπου και αντανακλά συνάμα και την αξίωση αντικειμενικότητας και αμεροληψίας του που συνάδει σε ανεξάρτητα δικαστικά πρόσωπα. Ωστόσο, για να αντιμετωπισθούν ζητήματα λειτουργικότητας (κίνδυνος ματαίωσης εκδίκασης των υποθέσεων ή υπέρμετρης καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης) στα μικρότερα πρωτοδικεία ή εφετεία έγινε δεκτή η προσθήκη στο τέλος της παρ. 4 του ιδίου άρθρου «εκτός εάν δεν είναι εφικτή η συγκρότηση του δικαστηρίου από άλλον εισαγγελέα».

Σε σχέση με τον θεσμό της εξαίρεσης αποφασίστηκε να μην προωθηθεί στο άρθρο 15 η ενδεικτική απαρίθμηση των λόγων που προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, καθόσον κρίθηκε ότι οι λόγοι αυτοί έχουν αναπτυχθεί επαρκώς τόσο στη νομολογία όσο και στη θεωρία και δη κατά τρόπο που παρέχει την ασφάλεια ορθής εφαρμογής τους. Αντίθετα, αποφασίστηκε να διαγραφεί το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 15 που αναφέρονταν στην αδυναμία θεμελίωσης λόγου εξαίρεσης με την επίκληση του τρόπου διεύθυνσης της διαδικασίας, καθώς κρίθηκε από την Επιτροπή ότι η εν λόγω ρύθμιση όχι μόνον δεν είναι σε θέση να εξυπηρετήσει ουσιαστικά τον σκοπό περιορισμού των καταχρηστικών αιτήσεων εξαίρεσης, αλλά στο βαθμό που παραπέμπει σε μιαν αυταρχική δίκη δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης των δικαζομένων στο δικαστήριο και, κατά τούτο, δεν εναρμονίζεται με την απαίτηση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη (βλ. και Ν. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες, σελ. 35∙ Θ. Δαλακούρα, ΠΔΔ Ι, σελ. 227 επ.∙ Α. Παπαδαμάκη, Ποινική Δικονομία, σελ. 132∙ Α. Κωνσταντινίδη, ΠΔΔ, σελ. 83), ούτε και με τη ρύθμιση του άρθρου 332 ΚΠΔ, που χαρακτηρίζει ως βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα τη μη μεταχείριση όσων προσώπων συμμετέχουν στη δίκη «κατά τον απαθή και ψύχραιμο τρόπο που επιβάλλεται».

Η προβλεπόμενη στα άρθρα 16 έως 22 ΚΠΔ διαδικασία της εξαίρεσης κατατείνει στην εξασφάλιση αφενός της δυνατότητας απρόσκοπτης προβολής των λόγων εξαίρεσης και αφετέρου της δυνατότητας απροσωπόληπτης εξέτασης και δικαστικής κρίσης τους. Για τον λόγο αυτό επήλθαν ειδικότερες τροποποιήσεις, όπως λ.χ. αυτή του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 23 ΚΠΔ, η οποία προέβλεπε τον πειθαρχικό έλεγχο του δικαστικού λειτουργού που δηλώνει αδικαιολογήτως αποχή, διάταξη που καταργείται καθώς αντιβαίνει ευθέως στην ανάγκη εμπέδωσης του θεσμού της αποχής, αφού λειτουργεί φοβικά. Ομοίως, η διάταξη που αφορά τους προανακριτικούς υπαλλήλους στο άρθρο 25 τροποποιείται, ώστε αν συντρέχει στο πρόσωπό τους λόγος αποκλεισμού ή εξαίρεσης, να προτείνεται από τους διαδίκους ως λόγος και να μην συνεχίζουν το έργο τους. Ωστόσο, παρά τη σχετική πρόταση του εισηγητή των ρυθμίσεων αυτών, οι πράξεις των βεβαρυμένων με λόγο αποκλεισμού ή εξαίρεσης υπαλλήλων να κηρύσσονται άκυρες, η Επιτροπή αποφάσισε κατά πλειοψηφία, οι εν λόγω πράξεις να παραμένουν έγκυρες, ώστε να μην παρακωληθεί το ανακριτικό έργο και να επιβραδυνθεί η διαδικασία με την επανάληψη των άκυρων πράξεων.

3.2 Ποινική δίωξη (2ο Τμήμα)

Όπως και στο πρώτο, έτσι και στο δεύτερο Τμήμα του ΣχΚΠΔ, τα διαλαμβανόμενα εν προκειμένω σε σχέση με την ποινική δίωξη δεν απομακρύνονται ριζικά από τις ρυθμίσεις του ισχύοντος ΚΠΔ. Το βάρος στο πλαίσιο των εργασιών της Επιτροπής δόθηκε αφενός στη συστηματοποίηση των διατάξεων που διέπουν την ποινική δίωξη, αλλά και την ανεξαρτησία των εισαγγελικών λειτουργών κατά την άσκησή της, αφετέρου δε στην ενσωμάτωση των ειδικών διατάξεων για τους ειδικούς εισαγγελείς στον ΚΠΔ, τέλος δε στην πρόβλεψη του θεσμού της αποχής από την ποινική δίωξη καθώς και στη ρύθμιση των ζητημάτων αναβολής από τη δίωξη και της διεύθυνσης των ανακριτικών διαδικασιών.

3.2.Α Το μοντέλο προδικασίας του ΣχΚΠΔ

Με αφετηρία τη σκέψη ότι η συνολική μορφή και εξέλιξη τόσο της προκαταρκτικής εξέτασης όσο και της προανάκρισης/κύριας ανάκρισης είναι συνυφασμένη με το μοντέλο προδικασίας που επιλέγεται, τέθηκαν υπόψη των μελών της Επιτροπής συγκριτικές αναφορές για τα κρατούντα μοντέλα προδικασίας στον ευρωπαϊκό χώρο. Από τα κυρίαρχα στο χώρο του ηπειρωτικού δικαίου μοντέλα εξετάστηκαν αφενός το γερμανικό και αυστριακό και αφετέρου το γαλλικό και βελγικό πρότυπο.

Κυρίαρχος της ανακριτικής διαδικασίας, όπως και όλης της προδικασίας του γερμανικού δικαίου, είναι ο εισαγγελέας, ο οποίος ως ανεξάρτητο και λειτουργικά αυθύπαρκτο όργανο διέπεται από την αναγκαία αντικειμενικότητα (§ 160 Αbs. 2 StPO). Η συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού ανήκει, ύστερα από τον τροποποιητικό νόμο του 1974 (BGBl. I, 3393, 3553) και την κατάργηση του θεσμού του ανακριτή, στη λειτουργική αρμοδιότητα του εισαγγελέα, ο οποίος ενεργεί ο ίδιος (§ 161 εδ. 1 StPO) ή κατά κανόνα διά της αστυνομίας (§ 161 εδ. 2 StPO) τη λεγόμενη «ερευνητική διαδικασία» (Εrmittlungsverfahren). Στα καθήκοντά του ανήκει ο έλεγχος σκοπιμότητας των καθ’ έκαστον ανακριτικών πράξεων, η συλλογή πληροφοριών από οποιαδήποτε αρχή για τη διερεύνηση της notitia criminis, αλλά και η επιβολή του μέτρου της βίαιης προσαγωγής μαρτύρων και πραγματογνωμόνων. Αρμόδιο όργανο για την έκδοση διατάξεων σχετικά με τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων που εμπεριέχουν επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα είναι ο δικαστής ανάκρισης (Untersuchungsrichter), με εξαίρεση τις περιπτώσεις κινδύνου από την αναβολή. Χωρίς την έγκρισή του, που παρέχεται ύστερα από τον σχετικό έλεγχο νομιμότητας των αιτηθέντων από τον εισαγγελέα μέτρων, δεν μπορούν να ληφθούν μια σειρά μέτρων δικονομικού καταναγκασμού, όπως λ.χ. των §§ 81a (σωματική έρευνα), 81c (έρευνα τρίτων προσώπων), 102 (έρευνα κατοικίας και πραγμάτων κατηγορουμένου), 103 (έρευνα τρίτων προσώπων), 104 (νυχτερινή έρευνα κατοικίας), 111m (κατάσχεση εντύπων), 114 (προσωρινή κράτηση) και 132 (περιοριστικοί όροι). Με το πέρας της ερευνητικής διαδικασίας στο σύνολο των πράξεων μικρής ή μεσαίας εγκληματικότητας ο εισαγγελέας περιορίζεται στη διεκπεραίωση του φακέλου δικογραφίας, αποφαινόμενος ουσιαστικά μόνον για την έγερση της κατηγορίας (§ 170 Abs. 1 σε συνδ. με § 203) ή τη διακοπή της διαδικασίας λόγω μη συνδρομής των αξιούμενων για την έγερση αποχρωσών ενδείξεων ενοχής (§ 170 Abs. 2) ή τη διακοπή της διαδικασίας (όπως λ.χ. στις §§ 153, 153a, 153b). Ιδιαίτερη δυνατότητα συγκέντρωσης αποδεικτικού υλικού παρέχεται στο γερμανικό δικονομικό δίκαιο, εν κατακλείδι, στο πλαίσιο της ενδιάμεσης διαδικασίας μέσω του παρεχόμενου στον κατηγορούμενο (Angeklagte) δικαιώματος να υποβάλει αίτηση για διενέργεια αποδείξεων.

Αντίστοιχο μοντέλο προδικασίας ισχύει πλέον από το 2004/2007 και εφεξής και στο αυστριακό δικονομικό σύστημα, όπου μετά την κατάργηση του ανακριτή δημιουργήθηκε μια ενιαία ανακριτική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας κυριαρχεί λειτουργικά ο εισαγγελέας (§ 101, 103 ÖstStPO), δρώντας είτε ο ίδιος (§ 91 Abs. 2, 103 Abs. 2 ÖstStPO), είτε κυρίως διά των υλοποιούντων τις εντολές του αστυνομικών οργάνων (§ 99, 101, 103 ÖstStPO). Ειδικά για τη διερεύνηση των εγκλημάτων που σχετίζονται με διαφθορά αρμόδια από την ισχύ του τροποποιητικού ποινικού νόμου του 2008 (BGBl I, 2007/109) και εφεξής είναι η εισαγγελία κατά της διαφθοράς που θεσπίσθηκε ως κεντρική διωκτική αρχή για τα εν λόγω εγκλήματα (§ 100a ÖstStPO). Κατά τα οριζόμενα στην § 105 ÖstStPO, η επιβολή ή εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης, αλλά η λήψη δικονομικών μέτρων που προσβάλλουν συνταγματικά προστατευόμενα ατομικά δικαιώματα εξαρτάται από την προηγούμενη απόφαση δικαστηρίου, ύστερα από σχετική αίτηση του εισαγγελέα.

Σε εν μέρει διαφορετική κατεύθυνση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη θέση του ανακριτή, κινείται το γαλλικό δικονομικό μοντέλο, που διατηρεί την παραδοσιακή διάκριση των ποινικών λειτουργιών της δίωξης (functions de poursuite) της διερεύνησης (instruction) και της δικαστικής κρίσης (jugement). Ως κυρίαρχες ανακριτικές διαδικασίες προβάλλουν εν προκειμένω αφενός οι τελούσες υπό την εποπτεία του εισαγγελέα και διενεργούμενες από τη δικαστική αστυνομία διαδικασίες της «προκαταρκτικής έρευνας» (enquête préliminaire) και της «έρευνας του αυτοφώρου» (enquête de flagrance) και αφετέρου η διενεργούμενη από τον δικαστή της ανάκρισης (juge d’ instruction) ανάκριση (instruction préparatoire). Στο πλαίσιο των δύο πρώτων διερευνά η δικαστική αστυνομία, χωρίς ωστόσο να μπορεί να λάβει μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, εκτός από την προσωρινή σύλληψη διάρκειας 24 συν 24 το πολύ ωρών (άρθρ. 77), τις σωματικές έρευνες και την κλήτευση του υπόπτου (άρθρ. 78). Στο πλαίσιο της ανάκρισης διερευνά ο δικαστής της ανάκρισης, επιβάλλοντας τα απαραίτητα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού και συλλέγοντας τις αναγκαίες κατά και υπέρ του κατηγορουμένου αποδείξεις.

Ύστερα όμως από τη μεταρρύθμιση του 2000, τα μέτρα καταναγκασμού και ιδίως την προσωρινή κράτηση (άρθρο 52 του ν. 2000 – 516) επιβάλλει ένα νέο και διακρινόμενο από τον ανακριτή πρόσωπο, ο λεγόμενος «δικαστής των ελευθεριών και της κράτησης» (le juge des libertés et de la detention).

Αντίστοιχο μοντέλο προδικασίας ισχύει στο βελγικό δικονομικό σύστημα. Η ρύθμιση των αρμοδιοτήτων της αστυνομίας στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας, καθώς και η πρόβλεψη ενός ενισχυμένου δικαστικού ελέγχου της ανακριτικής δράσης αποτέλεσαν τα κύρια αντικείμενα της αναμόρφωσης του Bελγικού ΚΠΔ (Code d’ Instruction Criminelle), το 1998. Η προδικασία παρέμεινε, κατά το πρότυπο του γαλλικού δικαίου, διαχωρισμένη σε εισαγγελική προανάκριση (information) και σε δικαστική ανάκριση (instruction). Ο εισαγγελέας διενεργεί είτε ο ίδιος, είτε μέσω των αστυνομικών οργάνων, τις αναγκαίες ανακριτικές έρευνες (όπως εξέταση αυτοβούλως εμφανισθέντων υπόπτων και μαρτύρων, έρευνα κατοικίας με συναίνεση του ενοίκου, κατάσχεση αυτοβούλως παραδοθέντων εγγράφων ή αντικειμένων), χωρίς να επεκτείνεται σε επιβολή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού (άρθρο 28 bis § 3 al. 1 ΒελγΚΠΔ). Κατ’ εξαίρεση, βέβαια, επιτρέπεται στο πλαίσιό της η προσωρινή σύλληψη διάρκειας 24άρων το πολύ ωρών, η σωματική έρευνα και η διαπίστωση της ταυτότητας του υπόπτου, ενώ επί αυτόφωρων εγκλημάτων επιτρέπονται απρόσκοπτα τόσο η έρευνα κατοικίας όσο και οι κατασχέσεις. Κατά τις εργασίες αναμόρφωσης του Κώδικα συζητήθηκε ευρύτατα η πρόταση ανάθεσης της ανάκρισης στον εισαγγελέα και ο περιορισμός του ανακριτή σε ρόλο ελέγχου της νομιμότητας των ερευνών (δηλαδή από juge d’ instruction σε juge de l’ instruction) και απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι μια απλή αναδιάταξη ρόλων, χωρίς πρόσθετα μέτρα στον τομέα του δικαίου της απόδειξης, της οργάνωσης των δικαστικών υπηρεσιών και της κύριας διαδικασίας, δεν θα ήταν λειτουργική.

Υπό το φως των ιστορικών αυτών μοντέλων και λαμβάνοντας υπόψη τόσο την πορεία του ελληνικού νομικού πλαισίου όσο και τη διαμορφωσείσα εγγυητική παράδοση του θεσμού του ανακριτή, η Επιτροπή αποφάσισε να ενδυναμώσει και να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της προκαταρκτικής εξέτασης, αλλά και να διατηρήσει τον θεσμό του ανακριτή, ώστε να τιθασευτεί η άλλως υπερδιογκούμενη κυριαρχία του εισαγγελικού ρόλου.

3.2.Β Οι γενικές διατάξεις για την ποινική δίωξη

Η συστηματοποίηση των εν λόγω διατάξεων περιλαμβάνει αφενός την επαναδιατύπωση συγκεκριμένων ρυθμίσεων που προωθούν και αποκρυσταλλώνουν τις ελάχιστες δικαιοκρατικές εγγυήσεις της διαδικασίας δίωξης και της ανεξαρτησίας των εισαγγελικών λειτουργών κατά την άσκησή της, αφετέρου δε την ενσωμάτωση των ειδικών διατάξεων για τους ειδικούς εισαγγελείς στον ΚΠΔ.

Άσκηση της ποινικής δίωξης και ανεξαρτησία της αρχής που την ασκεί ρυθμίζονται υπό την ίδια στέγη στο άρθρο 27 ΣχΚΠΔ, από το οποίο απαλείφεται η διάταξη για την ποινική δίωξη στα πταισματοδικεία, ύστερα από την κατάργησή τους. Η ανεξαρτησία της αρχής άσκησης της δίωξης εμπεδώνεται αποφασιστικά με τις διατάξεις των άρθρων 28 και 29 ΣχΚΠΔ. Η πρώτη διάταξη προβλέπει τη δυνατότητα στην Ολομέλεια του Εφετείου να παραγγέλλει στον εισαγγελέα εφετών την κίνηση της ποινικής δίωξης μόνον για εγκλήματα εξαιρετικής σημασίας, ενώ η δεύτερη απαλείφει τη δυνατότητα παραγγελίας προκαταρκτικής εξέτασης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, αφού η διαδικασία δίωξης και η διαχείρισή της οφείλει να παραμείνει ανεπηρέαστη στα χέρια αποκλειστικά δικαστικών προσώπων. Η παράγραφος 4 του άρθρου 29 ΚΠΔ, η οποία είχε προστεθεί με το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν 3472/1976, απαλείφτηκε από το ΣχΚΠΔ, καθόσον είχε ήδη περιέλθει ουσιαστικά σε αχρησία. Όπως διερευνήθηκε, άλλωστε, από το έτος 2007 μέχρι σήμερα παραγγέλθηκαν από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ποινικές διώξεις σε τέσσερις (4) μόλις περιπτώσεις, μολονότι η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου κατακλύστηκε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από πλήθος μηνύσεων κατά δικαστικών λειτουργών, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ήταν και κρίθηκαν ως προδήλως αβάσιμες και ανεπίδεκτες δικαστικής εκτίμησης. Εξάλλου, τα εν λόγω ζητήματα μπορούν και πρέπει ευχερώς να αντιμετωπισθούν αφενός με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, αλλά και του άρθρου 32 ΣχΚΠΔ που δίδει στον Εισαγγελέα Εφετών, αλλά και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου το δικαίωμα να ενεργούν αυτοπροσώπως ή με έναν από τους Αντεισαγγελείς προκαταρκτική εξέταση για κάθε υπόθεση αντιστοίχως της Περιφέρειάς τους ή όλης της Χώρας.

Περαιτέρω, τα ζητήματα της διευρυμένης προκαταρκτικής εξέτασης αποχωρίζονται για συστηματικούς και νομοτεχνικούς λόγους από τις γενικές διατάξεις της δίωξης και ρυθμίζονται αναλυτικά στα άρθρα 243 και 244 ΣχΚΠΔ στο τρίτο βιβλίο για την προδικασία. Οι αρμοδιότητες του εισαγγελέα και η υποχρέωση ακρόασής του, που καθορίζουν τη θέση του στην ποινική διαδικασία διαλαμβάνονται στο άρθρο 30, ενώ στο άρθρο 32 επανακαθορίζεται η ανώτατη εποπτεία στην ανάκριση. Συγκεκριμένα, διευκρινίζεται ότι ο εισαγγελέας εφετών έχει την ανώτατη «εποπτεία» στην ανάκριση, αντικαθιστώντας τον χρησιμοποιούμενο σήμερα όρο «διεύθυνση» της ανάκρισης, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι ο εισαγγελέας εφετών δεν μπορεί να δίνει ειδικές εντολές και κατευθύνσεις στον ανακριτή σχετικά με το χειρισμό συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά η παρέμβασή του στο ανακριτικό έργο περιορίζεται σε γενικές κατευθύνσεις σχετικές με την οργάνωση του ανακριτικού έργου και τη λειτουργία του ανακριτικού γραφείου. Επομένως, οποιαδήποτε παρέμβαση του εισαγγελέα εφετών που αφορά σε συγκεκριμένη υπόθεση, λ.χ. σε σχέση με το περιεχόμενο ή τη σειρά διενέργειας των ανακριτικών πράξεων ή με τον τρόπο χειρισμού ορισμένης υπόθεσης, βρίσκεται εκτός του πνεύματος της διάταξης του άρθρου 32 ΣχΚΠΔ και είναι απαγορευμένη.

3.2.Γ Οι διατάξεις για τους ειδικούς εισαγγελείς

Η συμπερίληψη των διατάξεων αυτών στο δεύτερο κεφάλαιο κρίθηκε σκόπιμη, τόσο για νομοτεχνικούς λόγους, όσο και για λόγους συστηματικής ενότητας της εισαγγελικής δράσης, αφού από δικαιοκρατική άποψη δεν εναρμονίζεται πλήρως η εικόνα μιας παράλληλης εισαγγελικής δράσης για ορισμένα εγκλήματα και η ανάπτυξη μιας κεχωρισμένης δικονομικής προσέγγισης της δράσης αυτής.

Στα άρθρα 33 και 34 ορίζονται η τοποθέτηση, το ρυθμιστικό πεδίο, τα καθήκοντα και τα δικαιώματα του εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος, του θεσμού δηλαδή που εισήχθη στην εσωτερική έννομη τάξη με το Ν. 3943/2011. Ο εισαγγελέας οικονομικού εγκλήματος, η τοπική αρμοδιότητα του οποίου εκτείνεται σε όλη της επικράτεια, ενεργεί ως εισαγγελέας του πρώτου βαθμού και συνεπώς η αρχειοθέτηση από αυτόν της μήνυσης ή καταγγελίας ή άλλης μορφής είδησης θα υποβάλλεται για έγκριση στον εποπτεύοντα αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατ’ ανάλογο εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 43 ΚΠΔ. Άξιο μνείας είναι ότι κατά τη ρύθμιση των αναφερόμενων στο άρθρο 34 ΣχΚΠΔ επεμβάσεων στα δικαιώματα των θιγόμενων προσώπων ισχύουν οι διέπουσες κάθε επέμβαση δικονομικές αρχές, κυρίαρχη θέση μεταξύ των οποίων κατέχει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Για τον λόγο αυτό αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 34 ότι «οι εισαγγελικοί λειτουργοί της παρ. 1 του άρθρου 33 έχουν, εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους…». Παράλληλα με το όριο της αρχής της αναλογικότητας εξυπακούεται ότι οι ειδικοί εισαγγελείς, όπως ακριβώς και οι λοιποί εισαγγελείς, έχουν υποχρέωση τήρησης αφενός της Σύστασης R (2000) 19 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τον ρόλο του εισαγγελέα στο σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης, η οποία στη με αριθμό 21 κατευθυντήρια γραμμή αξιώνει τον εισαγγελικό έλεγχο της αστυνομικής δράσης, αφετέρου της Απόφασης 45/166/18.12.1990 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για τον ρόλο της εισαγγελικής αρχής, η οποία στη με αριθμό 21 κατευθυντήρια γραμμή αξιώνει από τους εισαγγελείς τη μη χρησιμοποίηση των παράνομων αποδεικτικών μέσων. Σαφώς διασαφηνίζεται αυθεντικά, περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 34 ότι οι εν λόγω εισαγγελείς δεν υπόκεινται στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου απορρήτου, με την εξαίρεση του δικηγορικού (άρθρο 39 παρ.1 του Ν. 4194/2013) και τηλεπικοινωνιακού απορρήτου (Ν. 2225/1994). Η εξαίρεση του μεν δικηγορικού απορρήτου δικαιολογείται με την επίκληση του ρόλου του δικηγόρου ως συλλειτουργού της δικαιοσύνης και εν ταυτώ ως εγγυητικού παράγοντα της δικαιότητας της διαδικασίας και των αξιώσεων της ΕΣΔΑ, του δε τηλεπικοινωνιακού απορρήτου ενόψει των ειδικών ρυθμίσεων του Ν. 2225/1994 που αξιώνουν αυξημένες ειδικές προϋποθέσεις.

Το αυτό ισχύει και για τα άρθρα 35 και 36, τα οποία διαρρυθμίζουν την τοποθέτηση, το ρυθμιστικό πεδίο, τα καθήκοντα και τα δικαιώματα του εισαγγελέα εγκλημάτων διαφθοράς, του θεσμού δηλαδή που εισήχθη στην Ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 4139/2013. Η αρμοδιότητα του εισαγγελέα εγκλημάτων διαφθοράς καθορίστηκε με βάση αφενός το κριτήριο της τέλεσης κακουργήματος εκ μέρους ανώτατων και ανώτερων κρατικών αξιωματούχων και μελών των .Σ. νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή δημοσίων επιχειρήσεων που ορίζονται άμεσα από το Κράτος ή εκ μέρους μελών του .Σ. τραπεζών και αφετέρου το κριτήριο της επιδίωξης πορισμού αθέμιτου οικονομικού οφέλους ή της πρόκλησης βλάβης σε τρίτο εκ μέρους του υπαιτίου. Το άρθρο 36 παρ. 2 ΣχΚΠΔ προβλέπει την υποστήριξη του έργου του Εισαγγελέα Διαφθοράς από ειδικούς επιστήμονες, για την ακριβέστερη διάγνωση και κρίση γεγονότων, για τα οποία απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Οι ειδικοί αυτοί επιστήμονες, που καλούνται να διαφωτίσουν τον εισαγγελέα σε τεχνικής φύσεως πτυχές της υπόθεσης, δεν ταυτίζονται, ωστόσο, με τους πραγματογνώμονες, με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται επί αυτών αναλόγως ορισμένες μόνον από τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 183 επ. ΚΠΔ. Έτσι, ενώ ο πραγματογνώμονας βαρύνεται με συγκεκριμένα καθήκοντα, όπως όρκισης, αλήθειας, αμεροληψίας, κατάρτισης πραγματογνωμοσύνης, οι εν λόγω «ειδικοί επιστήμονες» επιβοηθούν άτυπα τον εισαγγελέα και ως εκ τούτου ούτε ορκίζονται ούτε καταρτίζουν γραπτή γνωμοδότηση. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται δυνατότητα των διαδίκων να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο για να εκθέσουν τις δικές τους απόψεις σχετικά με το αντικείμενο έρευνας των ειδικών επιστημόνων, το οποίο μάλιστα δεν είναι γνωστό στους διαδίκους. Προς άρση των αμφισβητήσεων που είχαν δημιουργηθεί υπό την ισχύ της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 4022/2011, ορίζεται ρητά στην οικεία διάταξη του ΣχΚΠΔ ότι αυτοί δεν εξετάζονται ως μάρτυρες, διότι έχουν ασκήσει οιονεί εισαγγελικά καθήκοντα, δηλαδή καθήκοντα υποστήριξης του έργου του εισαγγελέα.

Τέλος, ρητά ορίζεται στις παρ. 2 των άρθρων 33 και 35 ότι το έργο αμφότερων των ειδικών εισαγγελέων εποπτεύει και συντονίζει o κοινός αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που ορίζεται κατά την παρ. 2 του άρθρου 33, ώστε να επιλύονται ζητήματα σύγκρουσης αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο εισαγγελέων στις περιπτώσεις που τα προς διερεύνηση φερόμενα ως διαπραχθέντα εγκλήματα υπάγονται στην αρμοδιότητα αμφοτέρων.

3.2.Δ Οι διατάξεις για την έναρξη, αναβολή και αποχή από την ποινική δίωξη

Οι συνθέτουσες το τρίτο κεφάλαιο διατάξεις για την έναρξη και αναβολή της ποινικής δίωξης αποτυπώνουν το ίδιο πνεύμα των ισχυουσών διατάξεων για την καταγγελία του εγκλήματος.

Μικρές διορθωτικές επιλογές περιέχει το Σχέδιο του νέου Κώδικα αποκλειστικά σε εκείνες τις περιπτώσεις που διάβρωναν τον δημόσιο χαρακτήρα της ποινικής δίωξης, δυσχεραίνοντας την καταγγελία του εγκλήματος. Τέτοια περίπτωση λ.χ. θεωρήθηκε η διάταξη του προηγούμενου νομικού καθεστώτος του άρθρου 42 παρ. 4 που εξαρτούσε το παραδεκτό της μήνυσης από την κατάθεση συγκεκριμένου παραβόλου υπέρ του Δημοσίου, η οποία για αυτόν τον λόγο απαλείφτηκε. Στη θέση της προωθήθηκε η πρόβλεψη για τη δυνατότητα κατάθεσης της μήνυσης «και με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του Π. Δ. 150/2001». Αντίστοιχες διορθωτικές επιλογές προβάλλουν και στη ρύθμιση του άρθρου 43 παρ. 1, η οποία θεματίζει τους τρόπους κίνησης της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα. Έτσι προβλέπεται ότι ο εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη

α) παραγγέλλοντας ανάκριση,

β) εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται,

γ) διαβιβάζοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 43 σε σχέση με τα πλημμέλημα των προσώπων του άρθρου 111 παρ. 6, όπου η κίνηση της δίωξης λαμβάνει χώρα με τη διαβίβαση της δικογραφίας και σχεδίου κλητηρίου θεσπίσματος από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, και

δ) υποβάλλοντας αίτηση για την έκδοση ποινικής διαταγής (άρθρο 409).

Οι διατάξεις για την αποχή από την ποινική δίωξη εντάχθηκαν για νομοτεχνικούς λόγους, σε ξεχωριστό κεφάλαιο, το τέταρτο. Ο θεσμός αυτός, που υπηρετεί την αρχή της σκοπιμότητας, έβρισκε σχετικά περιορισμένη εφαρμογή στις διατάξεις των ισχυόντων άρθρων 45, 45Α και 45Β του ΚΠΔ. Καθώς, βέβαια, η αξίωση για περαιτέρω σχετικοποίηση της αρχής της νομιμότητας κατά την κίνηση της ποινικής δίωξης αποτελεί ολοένα και αυξανόμενη τάση στις περισσότερες σύγχρονες ευρωπαϊκές νομοθεσίες, το δικονομικό σύστημά μας δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, θυσιάζοντας αμιγώς για παραδοσιακούς λόγους την προώθηση του εν λόγω εναλλακτικού θεσμού διαχείρισης της ποινικής ύλης σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Άλλωστε, η προώθηση αντίστοιχων εναλλακτικών διαδικασιών πρώιμης διεκπεραίωσης της ποινικής ύλης μέσω συναίνεσης, συνεννόησης και συμφιλίωσης των μερών αποτελεί σαφή αξίωση της Σύστασης R (87) 18 του Συμβουλίου της Ευρώπης. Έτσι, λαμβανομένου υπόψη ότι οι αντίστοιχες εναλλακτικές διαδικασίες απονομής της ποινικής δικαιοσύνης θέτουν μεν prima facie κάποια ζητήματα συμβατότητάς τους με συγκεκριμένες θεμελιώδεις αρχές του δικονομικού μας συστήματος, όπως την αρχή της ζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας και την αρχή της νομιμότητας, υλοποιούν όμως συνάμα κάποιες άλλες αρχές, όπως της οικονομίας της δίκης και της επιτάχυνσης της διαδικασίας, θεσπίστηκαν και επανακαθορίστηκαν οι ρυθμίσεις των άρθρων 45 έως 50 ΣχΚΠΔ, ώστε να αποτελέσουν έναν αποτελεσματικό ιμάντα για την αποσυμφόρηση δικαστικής ύλης. Οδοδείκτη σε αυτήν την προσπάθεια αποτέλεσαν ρυθμίσεις άλλων ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων με χαρακτηριστικά παρόμοια με την ελληνική (βλ. λ.χ. τις διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 1 γαλλΚΠΔ, 191 και 198 του ΑυστρΚΠΔ, § 153a του γερμΚΠΔ), αλλά και σχετικές προτάσεις της θεωρίας (βλ. ιδίως Ν. Ανδρουλάκη, ΠοινΧρ 2011, 161 επ.∙ Δαλακούρα, ΠοινΧρ 2014, 321 επ.∙ Λίβου, ΠοινΧρ 2011, 650 επ., 659 και τα συμπεράσματα από το 11ο Συνέδριο της ΕΕΠΔ για την ποινική προδικασία, ΠοινΧρ 2011, 638-639).

Ειδικότερα, με τη ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 45 ΚΠΔ, προωθείται η αποχή από την ποινική δίωξη για πλημμελήματα, που απειλούνται στον νόμο με ποινή φυλάκισης έως ένα έτος ή με χρηματική ποινή ή με παροχή κοινωφελούς εργασίας ή συνδυασμό τους, από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, με έγκριση του εισαγγελέα εφετών, εφόσον κρίνεται ότι δεν υφίσταται σοβαρό δημόσιο συμφέρον για την κίνηση της ποινικής δίωξης και συντρέχουν ειδικές συνθήκες κατά την τέλεση της πράξης (π.χ. συντρέχον πταίσμα του θύματος ή έλλειψη βούλησής του για δίωξη, μικρές συνέπειες της πράξης) ή συγκεκριμένες ιδιότητες στο πρόσωπο του δράστη (π.χ. ασθένεια, γήρας, αναπηρία) ή όταν ο τελευταίος προσπάθησε να αποκαταστήσει άμεσα την συντελεσθείσα προσβολή (βλ. τις διατάξεις των άρθρων 41-1 και 41-2 γαλλΚΠΔ). Η ύπαρξη μειωμένου δημοσίου συμφέροντος λόγω της μικρής βαρύτητας των εγκληματικών προσβολών σε συνδυασμό με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών της προσβολής ή ιδιοτήτων του δράστη δικαιολογούν την εφαρμογή της ρύθμισης αυτής και νομιμοποιούν την υπερίσχυση της αρχής της σκοπιμότητας.

Περαιτέρω, με τη ρύθμιση του άρθρου 48 ΣχΚΠΔ προωθείται η προσωρινή αποχή από την άσκηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών (:με έγκριση πρωτοδίκη) στα πλημμελήματα με απειλούμενη ποινή φυλάκισης μέχρι τριών ετών με ή χωρίς χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο δράστης θα εκπληρώσει εντός σύντομου χρονικού διαστήματος ορισμένους όρους, όπως ουσιώδη προσπάθεια συμφιλίωσης με το θύμα, καταβολή ορισμένου ποσού σε κοινωφελές ίδρυμα ή ταμείο κ.α. Η εκπλήρωση των όρων αυτών οδηγεί σε οριστική αποχή από την άσκηση της ποινικής δίωξης. Ως ελάχιστες εγγυήσεις για την εφαρμογή των παραπάνω εναλλακτικών διαδικασιών αποχής από την άσκηση της ποινικής δίωξης καθιερώνονται:

(i) Η συνδρομή επαρκών ενδείξεων για την άσκηση της ποινικής δίωξης, αφού σε περίπτωση διαπίστωσης της νομικής ή ουσιαστικής αβασιμότητας της καταγγελίας, η αρχειοθέτηση ή απόρριψη της τελευταίας με βάση τα άρθρα 43 και 47 ΚΠΔ είναι μονόδρομος.

(ii) Η συναίνεση του υπόπτου ως προς την εφαρμογή των σχετικών διαδικασιών, αφού αν ο ύποπτος δεν επιθυμεί την προσωρινή ή οριστική αποχή από την ποινική δίωξη τίθεται ζήτημα παραβίασης του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη. Η συναίνεση του υπόπτου για την εφαρμογή της διαδικασίας δεν θα πρέπει εξάλλου να μπορεί να αξιοποιηθεί σε βάρος του ως ομολογία σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των όρων της προσωρινής αποχής από την ποινική δίωξη.

(iii) Η ενημέρωση του παθόντος για τη διαδικασία της προσωρινής αποχής από την ποινική δίωξη και η συνεκτίμηση των συμφερόντων του από τον εισαγγελέα όταν ο τελευταίος θέτει τους σχετικούς όρους που πρέπει να εκπληρώσει ο ύποπτος.

(iv) Ο έλεγχος της κρίσης του εισαγγελέα πλημμελειοδικών από τον εισαγγελέα εφετών ή επί σοβαρότερων πλημμελημάτων η έγκριση από πρωτοδίκη δικαστή.

(v) Η απαγόρευση περαιτέρω ενεργοποίησης των ίδιων δυνατοτήτων επί του αυτού δράστη σε περίπτωση επανάληψης της συμπεριφοράς του ακόμη και μετά από την οριστική αποχή από την ποινική δίωξη.

Για λόγους εξασφάλισης αφενός της ωφελιμότητας ή μη της επιλογής του υπόπτου και αφετέρου της αποτελεσματικότητας του ιδίου του θεσμού προβλέπεται ρητά στη ρύθμιση ότι «ο εισαγγελέας καλεί αυτόν, στον οποίο αποδίδεται η πράξη, να εμφανισθεί ενώπιόν του μόνος του ή με συνήγορο», αφού η παράσταση με συνήγορο – μολονότι μη υποχρεωτική λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα των πράξεων – προωθεί την κατανόηση των προϋποθέσεων εφαρμογής του θεσμού και μπορεί να εγγυηθεί την επιλογή της συμφέρουσας για τον ενδιαφερόμενο λύσης.

Σε αντίστοιχη κατεύθυνση, αν και με πιο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, προωθείται στο άρθρο 49 ΣχΚΠΔ η αποχή από την ποινική δίωξη υπό όρους των κακουργημάτων, που προβλέπονται στα άρθρα 375 παρ. 3 και 390 παρ. 2 ΠΚ και στους νόμους 2803/2000, 2960/2001, 4557/2018 και 4174/2013. Ως κεντρικός όρος τίθεται εν προκειμένω ο όρος ότι αυτός στον οποίο αποδίδεται η πράξη «θα αποκαταστήσει πλήρως την προκληθείσα ζημία, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας». Για λόγους εξασφάλισης αφενός της ωφελιμότητας ή μη της επιλογής του υπόπτου και αφετέρου της αποτελεσματικότητας του ιδίου του θεσμού προβλέπεται ρητά και στην παρούσα ρύθμιση η εμφάνιση του υπόπτου ενώπιον του εισαγγελέα μετά ή δια συνηγόρου. Ως δεύτερος όρος προβλέπεται στην ίδια ρύθμιση ο όρος ότι «ο υπαίτιος δεν θα τελέσει ομοειδές κακούργημα ή πλημμέλημα εντός τριετίας από την έκδοση της ως άνω διάταξης». Αν δεν τελεστεί ομοειδής αξιόποινη πράξη εντός της παραπάνω τριετίας η αποχή από την ποινική δίωξη καθίσταται οριστική. Αντιθέτως, αν παραβιαστεί ο συγκεκριμένος όρος, η ποινική δίωξη, για την οποία αποφασίστηκε η υφ’ όρον αποχή, κινείται μόλις η καταδίκη για το έγκλημα που τελέστηκε εντός της τριετίας καταστεί αμετάκλητη. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 301. Η συμπερίληψη των κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216 παρ. 3 και 4, 242 παρ. 3 και 4 ΠΚ και 22 παρ. 6 εδ. β΄ ν. 1599/1986 στη διαδικασία της αποχής με όρους κρίθηκε αναγκαία, καθόσον αφενός και αυτά συνδέονται με οικονομικό περιεχόμενο, ενώ στην περίπτωση της απιστίας και των ψευδών βεβαιώσεων υφίσταται και σχέση κοινής αναφοράς που η μη λήψη της υπόψη θα δυσχέραινε την εφαρμογή της αποχής με όρους συνολικά.

Τέλος, ειδικά σε ό,τι αφορά τα εγκλήματα που αναφέρονται στα άρθρα 381 παρ. 1 και 2 και 405 παρ. 2 του ΠΚ ορίζεται ρητά στο άρθρο 50 ΣχΚΠΔ ότι εφόσον ο βαρυνόμενος με υπόνοιες τέλεσής τους, μετά την εξέτασή του και μέχρι την άσκηση της ποινικής δίωξης, αποδώσει το πράγμα στον παθόντα ή τους κληρονόμους του και συνταχθεί σχετική δήλωση περί ανυπαρξίας άλλης αξίωσης από την πράξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών απέχει οριστικά από την άσκηση ποινικής δίωξης με αιτιολογημένη πράξη του, η οποία υποβάλλεται προς έγκριση στον εισαγγελέα εφετών.

3.2.Ε Οι διατάξεις για την έγκληση, την άδεια δίωξης, το δεδικασμένο και τα προδικαστικά ζητήματα

Στο πέμπτο κεφάλαιο του Τμήματος αυτού του ΣχΚΠΔ ρυθμίζονται τα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στην υποβολή, στη διαχείριση της έγκλησης και τις δικονομικές δυνατότητες αντίδρασης του εγκαλούντος. Ειδικότερα σε σχέση με το δικαίωμα προσφυγής του εγκαλούντος το Σχέδιο επαναφέρει την παλαιότερη ρύθμιση που προέβλεπε την έναρξη της προθεσμίας προσφυγής από την επίδοση της σχετικής διάταξης του εισαγγελέα, αφού μόνον κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να εξασφαλιστεί πληρέστερα η γνώση της απορριπτικής διάταξης και να διαφυλαχθεί η άσκηση των δικαιωμάτων του εγκαλούντος στο πλαίσιο μιας δίκαιης δίκης. Η προηγούμενη ρύθμιση κατέτεινε μεν στη μείωση των σχετικών προσφυγών, πλην όμως αυτή επιτυγχανόταν με τη στέρηση δικαιωμάτων, αφού με τον τρόπο αυτόν δεν εξασφαλιζόταν δικαιοκρατικά η γνώση της απορριπτικής διάταξης, στο βαθμό που δεν υφίστατο πραγματική ενημέρωση για την έκδοση της διάταξης και άρα σαφές σημείο αφετηρίας της προθεσμίας. Παράλληλα η Επιτροπή μείωσε και το προβλεπόμενο παράβολο υπέρ του δημοσίου, ώστε να μην καθίσταται απαγορευτική η άσκηση ενός δικαιώματος εξαιτίας οικονομικής αδυναμίας, αλλά κυρίως για να εξασφαλίζεται το δικαίωμα απρόσκοπτης πρόσβασης στη δικαιοσύνη.

Στο έκτο και έβδομο κεφάλαιο οι σχετικές διατάξεις για την άδεια δίωξης και το δεδικασμένο παρέμειναν αναλλοίωτες, αφού κατά τη μακρά διαδρομή της ισχύος τους δεν παρατηρήθηκαν σοβαρές ερμηνευτικές ή εφαρμοστικές δυσαρμονίες. Για λόγους πληρότητας ρυθμίστηκε στην παρ. 2 του άρθρου 57 η δικονομική αντιμετώπιση της εκκρεμοδικίας, καθώς προβλέφτηκε ότι «αν σε βάρος του ίδιου προσώπου για την ίδια πράξη ασκήθηκαν περισσότερες διώξεις, κηρύσσονται απαράδεκτες λόγω εκκρεμοδικίας εκείνες οι οποίες ασκήθηκαν μεταγενέστερα, εφόσον δεν προηγούνται διαδικαστικά». Τούτο αποτελούσε μεν σαφή νομολογιακή θέση (ΣυμβΑΠ 917/1977∙ ΑΠ 1651/2001∙ ΑΠ 821/2003∙ ΑΠ 1291/2008), πλην όμως η νομοθετική ενσωμάτωση της θέσης αυτής κρίθηκε αναγκαία, καθώς ο ΚΠΔ δεν περιείχε σχετική ρύθμιση και η αρχή της εκκρεμοδικίας προέκυπτε έμμεσα από τις ρυθμίσεις των άρθρων 125 και 132 ΚΠΔ που αποκλείουν την ταυτόχρονη εκδίκαση του ιδίου εγκλήματος από περισσότερα αρμόδια δικαστήρια για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

Αναλλοίωτες, εν πολλοίς, παρέμειναν και οι διατάξεις που συνθέτουν το όγδοο κεφάλαιο για τα προδικαστικά ζητήματα. Μικρές μόνον παρεμβάσεις έλαβαν χώρα στο άρθρο 59 ΣχΚΠΔ που ρυθμίζει το ζήτημα της αναβολής της ποινικής δίωξης με πράξη του εισαγγελέα σε συγκεκριμένα εγκλήματα, όπως ιδίως επί εμπορίας ανθρώπων. Η ανάγκη ενδελεχέστερης ρύθμισης του ζητήματος προέκυψε από το γεγονός ότι η ενίσχυση της προστασίας των θυμάτων αυτών των εγκλημάτων προκύπτει ευθέως ήδη από το άρθρο 26 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη δράση κατά της εμπορίας ανθρώπων του 2005 που κυρώθηκε με τον ν. 4216/2013, αλλά και από τις αξιακές κρίσεις της πάγιας νομολογίας του ΕΔΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ, υπόθεση L.E. κατά Ελλάδας, Προσφυγή 71545/1, στην οποία καταδικάστηκε η χώρα μας για την ελλιπή αντιμετώπιση θύματος εμπορίας ανθρώπων που είχε συλληφθεί δύο φορές για πράξεις που τέλεσε υπό καθεστώς καταναγκασμού∙ περαιτέρω GRETA (2017) 27, https://rm.coe.int/greta-2017-27-fgr-gre-en/168075f2b6). Έτσι, στις παρ. 4 και 5 του άρθρου 59 διευρύνθηκε η προστασία των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων με τη θέσπιση της δυνατότητας οριστικής αποχής από την ποινική δίωξη του θύματος ή αναστολής της δίκης ακόμα και στις περιπτώσεις έκδοσης μη καταδικαστικής απόφασης του δράστη των εγκλημάτων εμπορίας ανθρώπων, αν κριθεί ότι η τέλεση της αξιόποινης πράξης του θύματος ήταν συνέπεια του γεγονότος ότι ο φερόμενος ως δράστης ήταν θύμα εμπορίας ανθρώπων. Ταυτόχρονα διευρύνθηκε ο κατάλογος των εγκλημάτων που τελούνται από θύματα εμπορίας ανθρώπων υπό καθεστώς καταναγκασμού και μπορούν να ενταχθούν ως εκ τούτου στις ρυθμίσεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 59 , καθώς στις αναφερόμενες στην παρ. 4 αξιόποινες πράξεις συμπεριλαμβάνονται πλέον και οι αξιόποινες πράξεις «διευκόλυνσής τους». Η αξίωση να συμπεριληφθεί σε αυτές «κάθε άλλη αξιόποινη πράξη που φέρεται ότι διαπράχθηκε από θύμα εγκλήματος εμπορίας ανθρώπων» δεν μπορεί να τυποποιηθεί νομοθετικά, καθώς θα υπερέβαινε τον προστατευτικό σκοπό της διάταξης, προωθώντας συνάμα μιαν υπερβατική «έμμεση νομιμοποίηση» διάπραξης οποιουδήποτε εγκλήματος που θα εξαιρούνταν της δίωξης ή εκδίκασης.

Σε σχέση, πάντως, με το άρθρο 59 παρ. 2 ΣχΚΠΔ που ρυθμίζει το ζήτημα της αναβολής της ποινικής δίωξης με πράξη του εισαγγελέα σε συγκεκριμένα εγκλήματα, οφείλει να διευκρινισθεί ότι η εν λόγω αναβολή είναι υποχρεωτική για τον εισαγγελέα. Εάν παρά την συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών ασκηθεί ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα, αυτή θα είναι άκυρη. Η εν λόγω ακυρότητα, μάλιστα, δεν αφορά μόνο το στάδιο της προδικασίας, αλλά την ίδια την άσκηση της ποινικής δίωξης, στην οποία στηρίζεται όλη η ποινική διαδικασία και κατά τούτο δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός μεταξύ ακυρότητας της προδικασίας και της κύριας διαδικασίας. Επομένως, μπορεί να προταθεί σε κάθε στάδιο της ποινικής δίκης.

3.3 Παράσταση του αδικηθέντος (3ο Τμήμα)

Τα διαλαμβανόμενα στο προκείμενο τρίτο Τμήμα του πρώτου Βιβλίου του ΣχΚΠΔ συνθέτουν ένα σαφώς διαφοροποιημένο νομικό πλαίσιο της κρίσιμης ύλης, αφού επαναπροσδιορίζεται η έννοια και η θέση του πολιτικώς ενάγοντα στο πλαίσιο της ποινικής δίκης. Ειδικότερα: Ως καταλληλότερο από συστηματική και πρακτική άποψη κρίθηκε από την Επιτροπή, ύστερα από πολλαπλές συνεδριάσεις, ένα μοντέλο πολιτικής αγωγής, το οποίο θα υιοθετεί μεν για τον καθορισμό του κύκλου των ενεργητικώς νομιμοποιουμένων προσώπων το παραδοσιακό (και νομολογιακώς επεξεργασμένο και αποκρυσταλλωμένο) αστικό κριτήριο, ώστε να διατηρηθούν τα νομολογιακά κεκτημένα, πλην όμως θα αποσυνδέει την πολιτική αγωγή από την ανάγκη εισαγωγής αστικής αξίωσης στο ποινικό δικαστήριο. Από δογματική άποψη το προτεινόμενο μοντέλο εμφανίζει το πλεονέκτημα ότι αποδίδει τον προεχόντως ποινικό χαρακτήρα της πολιτικής αγωγής, ενώ συγχρόνως καθιστά περιττές τις λύσεις ανάγκης, στις οποίες σήμερα καταφεύγουν τόσο το ισχύον δίκαιο (βλ. λ.χ. άρθρο 64 παρ. 2 ΚΠΔ) όσο και η νομολογία (π.χ. ΟλΑΠ 1/1997), οι οποίες παρά την πρακτική χρησιμότητά τους παραμένουν ασύμβατες με την ισχύουσα αστικοδικαιϊκή φυσιογνωμία της πολιτικής αγωγής. Αν διατηρηθεί ο ισχύων σήμερα κανόνας της εισαγωγής αστικώς αξιώσεων η άρση των προσκομμάτων που σήμερα ορθώνονται στην παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος (βλ. λ.χ. άρθρο 66 ΚΠΔ) καθιστά αναγκαία την εισαγωγή πολλαπλών εξαιρέσεων για παράσταση πολιτικής αγωγής μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας. Όμως, όσο περισσότερες είναι οι εξαιρέσεις, τόσο περισσότερο αποδυναμώνεται ο κανόνας της υποχρέωσης του πολιτικώς ενάγοντος να εισαγάγει αστική απαίτηση στο ποινικό δικαστήριο.

Ενόψει τούτων και ενόψει της διαπίστωσης ότι η συνηθέστερη μορφή παράστασης πολιτικής αγωγής στα ποινικά δικαστήρια κατά τη διάρκεια ισχύος του ΚΠΔ υπήρξε εκείνη της παράστασης για την επιδίκαση του συμβολικού ποσού των 44 ευρώ με την επιφύλαξη της διεκδίκησης του μεγαλύτερου ποσού στα πολιτικά δικαστήρια, η ως άνω επιλογή της Επιτροπής θεωρήθηκε δικαιολογημένα ότι αντανακλά τον πρωτεύοντα σήμερα στην πρακτική ποινικό χαρακτήρα της παράστασης του αδικηθέντος. Ως κριτήριο για την επιλογή των δικαιούμενων παράστασης προσώπων επελέγη το αστικό, το οποίο έχει υποστεί μια μακρά νομολογιακή επεξεργασία, με κυριότερη την αξίωση της «αμεσότητας» της ζημίας και τη σύνδεσή της με τον προστατευτικό σκοπό της παραβιασθείσας ποινικής διάταξης. Καταλυτικά της αστικής αξίωσης γεγονότα, που έχουν ήδη επέλθει κατά το χρόνο της δήλωσης προς υποστήριξη της κατηγορίας (όπως λ.χ. η απόσβεση της αξίωσης ή η παραγραφή) αποκλείουν κατ’ άρθρο 63 την ενεργητική νομιμοποίηση του παθόντος. Η επιλογή του αστικού κριτηρίου για την αρχική νομιμοποίηση, αντί ενός ποινικού, έγινε τόσο για λόγους πρακτικούς που συνδέονται με την πλούσια επεξεργασμένη νομολογία περί του κύκλου των δικαιούμενων να παραστούν προσώπων, όσο και γιατί η επιλογή ενός αμιγώς ποινικού κριτηρίου, όπως λ.χ. «του φορέα που υπέστη άμεση και προσωπική βλάβη από το έγκλημα», θα άφηνε εκτός νομιμοποίησης τα μέλη της οικογένειας του θύματος επί ανθρωποκτονίας. Πέραν αυτού, σε περιπτώσεις τέλεσης εγκλημάτων ψευδορκίας, πλαστογραφίας ή εγκλημάτων περί την υπηρεσία, λόγω του ότι τα εγκλήματα αυτά στρέφονται κυρίως κατά υπερατομικών εννόμων αγαθών ( περί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, την πίστη περί τα υπομνήματα και την ασφάλεια των συναλλαγών, την καθαρότητα διεξαγωγής μιας δημόσιας υπηρεσίας κ.λ.π.), η βλάβη των παθόντων από αυτά λόγω της μη αμεσότητάς της και χωρίς την σύνδεσή της με τον προστατευτικό σκοπό της παραβιασθείσας ποινικής διάταξης, θα καθιστούσε προβληματική τη νομιμοποίηση για υποστήριξη της κατηγορίας. Eπίσης διατηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 64 παρ. 2 του προϊσχυσαντος ΚΠΔ δυνατότητα παράστασης της υποστήριξη της κατηγορίας σε όσες περιπτώσεις η αστική αξίωση περιορίζεται σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο πρόσωπο.

Mε το άρθρο 65 επιλύεται νομοθετικά το ζήτημα που έχει διχάσει τη νομολογία και τη θεωρία, σχετικά με την επίδραση που ασκούν στη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος μεταγενέστερα γεγονότα που καθιστούν ανενεργό την αστική αξίωση, υπέρ της άποψης ότι τα γεγονότα αυτά δεν ασκούν επιρροή στη νομιμοποίηση εκείνου που δηλώνει παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας. Σημειώνεται ότι η αποσύνδεση της ύπαρξης ενεργού αστικής αξίωσης από το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής έγινε αρχικά δεκτή με την υπ’ αριθμ. 1/1997 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ενώ με τις υπ’ αριθμ. 925/2009, 351/2014 και 1016/2014 αποφάσεις του Α.Π είχε γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση παράστασης πολιτικής αγωγής προς υποστήριξη της κατηγορίας για τη νομιμότητα της παράστασης δεν ασκούσε επιρροή η ενδεχόμενη παραγραφή της σχετικής αξίωσης κατά το άρθρο 937 ΑΚ. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ δημιουργείται μόνο όταν ελλείπει η ενεργητική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, όχι όμως και όταν συντρέχουν άλλες τυπικές πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, οι δε προϋφιστάμενοι της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής λόγοι, που καταλύουν την αστική αξίωση, λαμβάνονται υπόψη μόνον εφόσον προβάλλεται σχετική αντίρρηση (ΟλΑΠ 1282/1992∙ ΑΠ 813/2008∙ ΑΠ 753/2010). Κατά τούτο θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι

α) η παραγραφή της αστικής αξίωσης,

β) η έκδοση οριστικής απόφασης, που απορρίπτει πλήρως την αγωγή, που έχει ως αντικείμενο την εισαγόμενη στο ποινικό δικαστήριο αξίωση και

γ) η ολοσχερής εξόφληση της αξίωσης αυτής κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης καταργούν το δικαίωμα υποστήριξης της κατηγορίας, εφόσον όμως προβληθεί αντίρρηση εκ μέρους του κατηγορουμένου.

Αντιθέτως, επιγενόμενοι της δήλωσης υποστήριξης της κατηγορίας αποσβεστικοί της αστικής αξίωσης λόγοι, όπως λ.χ. η μετά τη δήλωση καταβολή του αιτούμενου από τον πολιτικώς ενάγοντα ποσό, δεν καταλύουν το δικαίωμα του παθόντος να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων για υποστήριξη της κατηγορίας, με συνέπεια στις περιπτώσεις αυτές να μην καταργείται το δικαίωμα προς υποστήριξη της κατηγορίας.

Περαιτέρω, από το προϊσχύσαν άρθρο 64 ΚΠΔ, το οποίο ήδη αριθμείται ως άρθρο 66, παραλείπεται το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου που αναφέρονταν στους νομίμους αντιπροσώπους του κατηγορουμένου, γιατί αυτό είχε λόγο ύπαρξης επί θεμάτων αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, όπως επίσης παραλείπεται ολόκληρη η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 64 που αναφέρεται κυρίως στην παράσταση πολιτικής αγωγής κατά δημοσίων υπαλλήλων, γιατί καθίσταται πλέον περιττή μετά τη γενίκευση της παράστασης πολιτικής αγωγής προς υποστήριξη της κατηγορίας.

Τα άρθρα 65, 66, 67 και 70 του ισχύοντα κώδικα όπως και ολόκληρο το κεφάλαιο περί αστικώς υπευθύνων (άρθρα 89, 95 καθώς και το άρθρο 107 καταργούνται, γιατί συνδέονται με τη διεκδίκηση και επιδίκαση αστικών αξιώσεων, οι οποίες πλέον μετά τη γενίκευση της παράστασης για υποστήριξη της κατηγορίας δεν είναι δυνατές. Στο άρθρο 82 ΚΠΔ προστίθεται τέταρτη παράγραφος, με την οποία ορίζεται ότι ο υποστηρίζων την κατηγορία αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου, αμέσως μετά την κατά τους νομίμους τύπους δήλωσή του ότι παρίσταται για την υποστήριξη της κατηγορίας, καθόσον περί του ζητήματος αυτού υπήρξε αμφισβήτηση στην νομολογία (βλ σχετ. Συμβ. Α.Π 1575/2012). Το δεύτερο εδάφιο του ισχύοντος άρθρου 108, με το οποίο οριζόταν ότι ο πολιτικώς ενάγων μπορούσε να ασκήσει τα δικαιώματα που του χορηγούσε ο ΚΠΔ μόνο από το χρονικό σημείο που ο κατηγορούμενος καλείτο να απολογηθεί ή εκδιδόταν σε βάρος του ένταλμα σύλληψης ή βίαιης προσαγωγής, διατύπωση η οποία προϋπέθετε ασκημένη ποινική δίωξη και ύπαρξη κατηγορουμένου, αναμορφώνεται και ορίζεται ότι ο παραστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας μπορεί να ασκήσει τα δικαίωμα του για λήψη αντιγράφων της δικογραφίας από τη στιγμή που ο ύποπτος θα κληθεί σε παροχή εξηγήσεων. Με τη ρύθμιση αυτή διευκολύνεται η συμμετοχή του αδικηθέντος από το έγκλημα και η άσκηση των δικαιωμάτων του και κατά το στάδιο της αναβαθμισμένης πλέον προκαταρκτικής εξέτασης (βλ. και τις σχετικές προβλέψεις της Οδηγίας 2012/29/Ε.Ε που αφορά τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων για τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία των θυμάτων της εγκληματικότητας).

Τέλος, ενόψει ακριβώς της απρόσκοπτης συμμετοχής του αδικηθέντος από το έγκλημα ως διαδίκου και κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης προβλέπεται ρητά στα άρθρα 85 και 86 ότι τις αντιρρήσεις κατά της δήλωσης για υποστήριξη της κατηγορίας μπορεί να τις υποβάλει και ο ύποπτος, ώστε να ελέγχεται και στην αρχική αυτή φάση το παραδεκτό της δήλωσης και να αποφεύγονται περιπτώσεις παράνομης παράστασης των φερόμενων ως αδικηθέντων.

3.4 Διάδικοι στην ποινική δίκη (4ο Τμήμα)

Τα διαλαμβανόμενα στο προκείμενο τέταρτο Τμήμα του πρώτου Βιβλίου του ΣχΚΠΔ συνθέτουν μια αρκετά διαφοροποιημένη και επικαιροποιημένη δέσμη διατάξεων, η οποία αφενός επικαιροποιεί την αξιακή συνεισφορά των διαδίκων στην εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας και αφετέρου συστηματοποιεί την κρίσιμη ύλη των άρθρων 70 έως 108. Στις σχετικές διατάξεις ενσωματώθηκαν, βέβαια, οι αξιώσεις της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ για το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του καθώς και για δικαίωμα επικοινωνίας του, αλλά και της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Παράλληλα, επαναπροσδιορίστηκαν σαφέστερα ορισμένες πτυχές της άσκησης των κλασσικών δικαιωμάτων των διαδίκων στο πλαίσιο της ποινικής δίκης (όπως λ.χ. του δικαιώματος ακρόασης, του ειδικότερου δικαιώματος ενημέρωσης κατηγορουμένου, του δικαιώματος επικοινωνίας του με τρίτα πρόσωπα). Τέλος, εντάχθηκαν στην οικεία θέση για νομοτεχνικούς (ενότητα δικαιωμάτων, αναφορά του συνόλου των διαδίκων) και πρακτικούς λόγους (ανάδειξη σημασίας τους) αφενός ο ορισμός του υπόπτου και αφετέρου το δικαίωμα αίτησης διεξαγωγής αποδείξεων και το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης.

Για τους ίδιους πρακτικούς λόγους, οι οποίοι ενσωματώνουν εν ταυτώ και την καταγραφή των αξιακών αναφορών της δίκαιης ποινικής δίκης, προβλέφθηκε στο άρθρο 71 ΣχΚΠΔ η διάταξη για τον σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας.

Αναλυτικότερα, στις διατάξεις του 4ου Τμήματος χρήζουν ειδικής αναφοράς οι εξής:

Στο πρώτο κεφάλαιο αυτού του μέρους ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 70 ως διάδικοι στην ποινική δίκη ο ύποπτος, ο κατηγορούμενος και αυτός που παρίσταται για την υποστήριξη της κατηγορίας. Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου προβλέπεται ότι «την ιδιότητα του υπόπτου φέρουν τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 244», ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι ύποπτος είναι τόσο ο αναφερόμενος στη μήνυση ή έγκληση ή εν γένει καταγγελία όσο και αυτός σε βάρος του οποίου συντρέχουν συγκεκριμένες ενδείξεις τέλεσης αξιόποινων πράξεων που διερευνώνται κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης και σε κάθε περίπτωση πριν από την κίνηση της ποινικής δίωξης που σηματοδοτεί τη μετάβαση στην ιδιότητα του κατηγορουμένου.

Στην παρ. 2 του άρθρου 70 αποτυπώνεται η θεσμική ιδιότητα και ο ρόλος των διαδίκων ως «υποκειμένων της ποινικής δίκης» που «συμπράττουν στην εξέλιξη αυτής ως φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων». Τούτη η δικαιοκρατικά αυτονόητη και ιστορικά θεμελιωμένη καταγραφή κρίθηκε ως αναγκαία, για τους ίδιους πρακτικούς λόγους που νομιμοποιούν την πρόβλεψη του άρθρου 71 ΣχΚΠΔ για τον σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας.

Στο δεύτερο κεφάλαιο του μέρους αυτού προβλέπεται ειδικότερα στο άρθρο 89 του ΣχΚΠΔ, που αποδίδει το περιεχόμενο του ισχύοντος άρθρου 96 ΚΠΔ, προστίθεται στα πρόσωπα για τα οποία προβλέπεται διορισμός συνηγόρου και ο ύποπτος, ενώ αντικαθίσταται ο όρος «άλλου διαδίκου» με τον όρο «παριστάμενου για την υποστήριξη της κατηγορίας», καθόσον πλέον οι διάδικοι είναι μόνον αυτοί, δηλαδή αφενός ο ύποπτος ή κατηγορούμενος και αφετέρου ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας. Στο άρθρο 90 ΣχΚΠΔ ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις παραίτησης του υπόπτου ή του κατηγορουμένου από τα δικαιώματά τους, ώστε να διασφαλίζεται ότι αυτή θα είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του προσώπου και να μην περιέχει όρο ή αίρεση. Η αξίωση αυτή απορρέει, άλλωστε, και από το άρθρο 9 της ως άνω Οδηγίας 2013/48/ΕΕ. Περαιτέρω, στο άρθρο 91 ΣχΚΠΔ ρυθμίζεται το δικαίωμα δωρεάν νομικής βοήθειας στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο, το οποίο περιλαμβάνει παροχή νομικών συμβουλών και νομική αρωγή και εκπροσώπηση ενώπιον του δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα ορίζονται σε σχετικές διατάξεις, δηλαδή τις διατάξεις του ν. 3226/2004.

Τα άρθρα 92, 93 και 94 ΣχΚΠΔ επαναλαμβάνουν το γράμμα των άρθρων 97, 98 και 99 ΚΠΔ. Διορθωτικά επαναδιατυπώνεται, όμως, το γράμμα του άρθρου 93, ώστε να προκύπτει σαφέστερα η προτεραιότητα και εν ταυτώ αναγκαιότητα παρουσίας των διαδίκων κατά τη διενέργεια των ανακριτικών πράξεων. Προς τούτο διαλαμβάνεται ότι σε περίπτωση αδυναμίας παρουσίας των διαδίκων «η πράξη μπορεί να αναβληθεί για άλλο χρόνο, αν δεν βλάπτεται η ανάκριση».

Το άρθρο 99Α του ΚΠΔ που είχε προστεθεί με το άρθρο 10 του Ν. 4236/2014 και αφορούσε την ενημέρωση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου αναριθμίζεται πλέον σε άρθρο 95 ΣχΚΠΔ και λαμβάνει τον τίτλο «Δικαίωμα σε ενημέρωση», διατηρώντας κατά βάση το ίδιο περιεχόμενο. Για λόγους δικαιότερης διεξαγωγής της δίκης και εν ταυτώ για εξασφάλιση της κατ’ αντιμωλία διεξαγωγής των δικών προστίθεται δεύτερο εδάφιο στην παρ. 2 του άρθρου αυτού που διαλαμβάνει ότι «αντικείμενο της ενημέρωσης οφείλει να αποτελεί και η αναφορά των συνεπειών παραίτησης από την άσκηση των δικαιωμάτων». Αντιστοίχως, για λόγους αξιοπιστίας της διαδικασίας και εν ταυτώ για λόγους εξασφάλισης της δικαιότητάς της απαιτείται στο προστιθέμενο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 95 η σύνταξη σχετικής έκθεσης για την ενημέρωση και την απάντηση του υπόπτου ή κατηγορουμένου και η υπογραφή της από αυτούς.

Στο άρθρο 96 ΣχΚΠΔ, που ενσωματώνει τις αξιώσεις της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, ρυθμίζεται το δικαίωμα χορήγησης εγγράφου στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο που συλλαμβάνεται ή κρατείται, στο οποίο καταγράφονται τα δικαιώματά του και το οποίο επιτρέπεται αυτός να το διατηρεί στην κατοχή του καθ` όλη τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας του. Αντιστοίχως στο άρθρο 97 ΣχΚΠΔ, που ενσωματώνει ομοίως τις αξιώσεις της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, ρυθμίζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει να ενημερωθεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, για τη στέρηση της ελευθερίας του ένα τουλάχιστον πρόσωπο της επιλογής του. Στο άρθρο 98 ΣχΚΠΔ διαλαμβάνεται το δικαίωμα επικοινωνίας του κατηγορουμένου με τρίτα πρόσωπα κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας του. Στο άρθρο 99 ΣχΚΠΔ που επαναλαμβάνει το γράμμα του άρθρου 100 ΚΠΔ ρυθμίζεται το δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου με συνήγορο. Στην παρ. 4 του άρθρου αυτού ενσωματώνεται η αξίωση του άρθρου 4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ και προστίθεται στο γράμμα του ότι η επικοινωνία του κατηγορουμένου με τον συνήγορό του είναι απολύτως απόρρητη, καθώς τούτο εναρμονίζεται πλήρως με τις αξιώσεις δικαιότητας και δικαιοκρατικότητας της ποινικής διαδικασίας.

Περαιτέρω, στο άρθρο 100 (παλαιό 101 ΚΠΔ) και 101 ΣχΚΠΔ προβλέπονται αφενός το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας και η ανακοίνωση των εγγράφων της ανάκρισης και αφετέρου το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης στον ύποπτος ή στον κατηγορούμενο που δεν ομιλεί ή δεν κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα.

Στη συνέχεια στο άρθρο 102 προβλέπεται το δικαίωμα αίτησης διεξαγωγής αποδείξεων, το οποίο παρέχει στον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να ζητά με αυτοτελή αιτιολογημένη αίτησή του στον ανακριτή τη διεξαγωγή αποδείξεων προς αντίκρουση της κατηγορίας (βλ. σχετικά ΕΔΔΑ, Poropat κατά Σλοβενίας της 9-5-2017 - αρ. προσφ. 21668/12). Στο άρθρο 103 του ΣχΚΠΔ επαναλαμβάνεται κατά βάση το γράμμα της διάταξης του άρθρου 102 ΚΠΔ για την προθεσμία προς απολογία, με τη ρητή διαφοροποίηση της παρεχόμενης προθεσμίας όχι πλέον «έως σαράντα οκτώ ώρες» αλλά «τουλάχιστον σαράντα οκτώ ωρών».

Τέλος, στο άρθρο 104 θεσπίζεται αυτοτελώς και εδώ για νομοτεχνικούς και συστηματικούς λόγους το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του υπόπτου ή κατηγορουμένου σε κάθε εξέτασή του. Η γενική διατύπωσή του στη θέση αυτή κρίθηκε ως αναγκαία, καθώς διασαφηνίζεται πληρέστερα η ισχύς του στο πλαίσιο κάθε νοητής εξέτασης και αναδεικνύεται η σημασία του και οι συνέπειες από την πιθανή στέρηση ή καταπάτησή του. Προς τούτο εισάγεται ρητά στην παρ. 3 με τη διατύπωση ότι «η άσκηση του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης δεν μπορεί να αξιοποιηθεί σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων» μια αποδεικτική απαγόρευση αξιοποίησης, η τυχόν παράβλεψη της οποίας επισύρει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω προσβολής του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Συνάμα, ωστόσο, προβλέπεται στην παρ. 2 για λόγους οριοθέτησης της απαγόρευσης και του πεδίου εφαρμογής της ότι «η άσκηση του δικαιώματος μη αυτοενοχοποίησης δεν εμποδίζει τη νόμιμη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη βούληση των υπόπτων και των κατηγορουμένων». Η εν λόγω οριοθέτηση προκύπτει, άλλωστε, ευθέως από Τη διατύπωση του άρθρου 7 της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ για το τεκμήριο αθωότητας.

Τέλος, τα λοιπά άρθρα 105 και 106 αναμορφώνονται, ενσωματώνοντας τις αξιώσεις του άρθρου 3 της ως άνω Οδηγίας και προβλέπουν αφενός τα δικαιώματα στην αυτεπάγγελτη προανάκριση και αφετέρου τα δικαιώματα στην προανάκριση. Σε αυτοτελή θέση ορίζονται, εν κατακλείδι, στα άρθρα 107 και 108 αφενός τα δικαιώματα του παρισταμένου για την υποστήριξη της κατηγορίας και αφετέρου τα δικαιώματα ανήλικου θύματος προσβολής προσωπικής και γενετήσιας ελευθερίας.

3.5 Αρμοδιότητα (5ο Τμήμα)

Τα διαλαμβανόμενα στο προκείμενο πέμπτο Τμήμα του πρώτου Βιβλίου του ΣχΚΠΔ ανασυνθέτουν τις σχετικές διατάξεις κυρίως σε σχέση με την καθ’ ύλη αρμοδιότητα, διατηρώντας τις διατάξεις για τις λοιπές αρμοδιότητες σχεδόν αναλλοίωτες. Η καθ’ ύλη αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων καθορίζεται εν πολλοίς με βάση τα παλαιότερα του 2010 κριτήρια που εφάρμοζε ο ΚΠΔ, ώστε η εκδίκασή τους να απεγκλωβιστεί από τις ατέρμονες προσπάθειες εξυπηρέτησης αναγκών επιτάχυνσης της δίκης που οδήγησαν σε θέσπιση νέων δικαστηρίων ή σε αποψίλωση ύλης από παραδοσιακά δικαστήρια. Απόφαση της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής είναι η στόχευση της επιτάχυνσης της δίκης να επιτευχθεί θεσμικά με την εισαγωγή νέων εναλλακτικών μορφών εκδίκασης των υποθέσεων, ώστε να μην αποσαρθρώνεται η κύρια μορφή της ποινικής δίκης στις περιπτώσεις της παραδοσιακής εκδίκασης στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας. Άλλωστε, η επιτάχυνση αποτελεί στόχευση που αξιώνει τη συνδρομή ποικίλων άλλων παραγόντων, όπως λ.χ. του παράγοντα της έλλειψης υλικοτεχνικής υποδομής των δικαστηρίων μας ή του παράγοντα της άκρατης και άκριτης κακουργιοποίησης των εγκλημάτων που σωρεύει δικαστική ύλη. Στο πλαίσιο του Οργανισμού Δικαστηρίων μπορεί να προωθηθεί, εξάλλου, και η δημιουργία ειδικών πολυμελών τμημάτων εκδίκασης ομοειδών πράξεων (έκθεμα φορολογικών υποθέσεων, ναρκωτικών, περιουσιακών κ.ο.κ), ώστε να επέλθει ουσιαστική αποσυμφόρηση ομοειδούς δικαστικής ύλης.

Υπό το φως των παραδοχών αυτών μεταβιβάζεται δικαστική ύλη από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, επαυξάνεται η ύλη του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, επανέρχεται η ύλη του καταργούμενου Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων και φυσικά διατηρείται το Πενταμελές Εφετείο ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Η κατάργηση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων κρίθηκε αναγκαία, καθόσον αντιβαίνει στην αρχική ιστορική βούληση του νομοθέτη μας και στη συστηματική δομή της παραδοσιακής κατανομής δικαιοδοσίας, που θέλει τα σοβαρά εγκλήματα να εκδικάζονται από πολυμελείς συνθέσεις. Άλλωστε, στο πλαίσιο του ηπειρωτικού συστήματος απονομής ποινικής δικαιοσύνης δεν υπάρχει προηγούμενο στον διεθνή χώρο εκδίκασης κακουργημάτων από μονομελείς συνθέσεις.

3.5.Α Οι διατάξεις για την καθ’ ύλη αρμοδιότητα

α) Το ζήτημα της αρμοδιότητας των μονομελών και πολυμελών δικαστηρίων. Σε αντίθεση με τις αγγλοσαξονικές χώρες, όπου, με εξαίρεση τα δικαστήρια των ενόρκων, τα δικαστήρια λειτουργούν υπό μονομελή σύνθεση, στην ηπειρωτική Ευρώπη τα δικαστήρια είναι κατά το πλείστο πολυμελή. Η επιλογή ανάμεσα στο σύστημα των πολυμελών ή των μονομελών δικαστηρίων δεν είναι εύκολη, αφού καθένα από τα συστήματα αυτά έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Πάντως, δεν μπορεί και δεν πρέπει να κριθεί το ζήτημα αυτό ενιαία για όλα τα δικαστήρια, αλλά θα πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη η βαρύτητα των εγκλημάτων και οι αποδεικτικές δυσχέρειες ορισμένων κατηγοριών εγκλημάτων. Ως πλεονεκτήματα των μονομελών δικαστηρίων θεωρούνται

α) η ταχύτητα της διαδικασίας,

β) η οικονομία του δημοσίου χρήματος, λόγω της απασχόλησης μικρότερου αριθμού δικαστών και

γ) η τόνωση του αισθήματος ευθύνης των δικαστών.

Η βραδύτητα της διαδικασίας στα πολυμελή δικαστήρια δεν επιβεβαιώνεται στην πράξη και σε κάθε περίπτωση δεν συνδέεται με τη λειτουργία των πολυμελών δικαστηρίων, αλλά πρωτίστως με τη βαρύτητα και την αποδεικτική δυσχέρεια των υποθέσεων που εκδικάζονται απ’ αυτά. Σε σχέση με την οικονομία του δημοσίου χρήματος ορθά επισημαίνεται ότι δεν μπορεί να αποτελέσει αποφασιστικό κριτήριο για την επιλογή ανάμεσα στα δύο συστήματα (μονομελών και πολυμελών συνθέσεων), ενόψει του ότι το κράτος δεν πρέπει να φείδεται δαπανών, προκειμένου να επιτευχθεί η όσο γίνεται προσφορότερη απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Αλλά και η τόνωση του αισθήματος ευθύνης των δικαστών με τη λειτουργία των μονομελών δικαστηρίων είναι αμφίβολο επιχείρημα, αφού υπό ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να μεταβληθεί και σε ευθυνοφοβία. Εκείνο που διακρίνει τα δύο αυτά συστήματα και συνιστά καταλυτικό επιχείρημα υπέρ των πολυμελών δικαστηρίων είναι ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις πανοπτικής γνώσης και αντίληψης των πραγμάτων, ώστε να μην μείνουν πτυχές της υπόθεσης αδιευκρίνιστες. Η διάσκεψη και η συζήτηση των μελών του πολυμελούς δικαστηρίου πριν την έκδοση της απόφασης συμβάλλει αποφασιστικά στην ορθότερη διάγνωση και στην καλύτερη δυνατή απονομή της δικαιοσύνης.

Το μονομελές σύστημα συγκρότησης των ποινικών δικαστηρίων μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο για την εκδίκαση ελαφρότερων εγκλημάτων, αφού η απειλούμενη μικρότερη ποινική κύρωση δικαιολογεί κάποια ανοχή απέναντι στις εγγυήσεις της ορθής κρίσης, που παρέχουν τα πολυμελή δικαστήρια. Συχνά δε οι μικρότερης απαξίας πράξεις δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες αποδεικτικές δυσχέρειες ούτε συνδέονται με δυσεπίλυτα νομικά ζητήματα. Εξάλλου, ακόμα και σ’ αυτές τις υποθέσεις υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα επανεξέτασης της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό από πολυμελές δικαστήριο, που εγγυάται τελικά την ορθή δικαστική κρίση. Σταθμίζοντας τις ιδιαιτερότητες αυτές των δύο συστημάτων συγκρότησης των ποινικών δικαστηρίων, ο Έλληνας νομοθέτης επέλεξε (αρχικά) να αναθέσει την εκδίκαση των σοβαρότερων υποθέσεων σε πολυμελή δικαστήρια και κατ’ εξαίρεση για τις ελαφρότερες υποθέσεις δέχθηκε αρμοδιότητα μονομελών δικαστηρίων. Η αρχική αυτή (ορθή) επιλογή του νομοθέτη νοθεύτηκε με το πέρασμα των χρόνων και με αλλεπάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις, στο όνομα της επιτάχυνσης της ποινικής διαδικασίας, σήμερα ο πιο πάνω κανόνας έχει ήδη μετατραπεί σε εξαίρεση. Υιοθετήθηκε, μάλιστα, η πιο ακραία εκδοχή της καθιέρωσης μονομελών εφετείων για την εκδίκαση κακουργημάτων. Ωστόσο, η επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας δεν είναι αυτοσκοπός ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την παράκαμψη της συλλογικής δικαιοδοτικής κρίσης, μεταβάλλοντας την απονομή της δικαιοσύνης σε απλή διεκπεραιωτική διαδικασία. Η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης δεν σχετίζεται με τη σύνθεση των δικαστηρίων ούτε με τα αναγνωριζόμενα δικαιώματα των διαδίκων και ιδίως του κατηγορουμένου. Απόδειξη είναι η επαναλαμβανόμενη αποτυχημένη απόπειρα αντιμετώπισης του φαινομένου με παρόμοιες νομοθετικές παρεμβάσεις.

β) Η καθ’ ύλη αρμοδιότητα στα πλημμελήματα. Η αρχική μορφή του άρθρου 114 ΚΠΔ προέβλεπε αρμοδιότητα του μονομελούς πλημμελειοδικείου για τα πλημμελήματα εκείνα που τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος. Στη συνέχεια, το άρθρο 2 παρ. 4 περ. α΄ και β΄ Ν. 2408/1996 τροποποίησε το άρθρο 114 ΚΠΔ και συγκεκριμένα αύξησε το προαναφερόμενο όριο του ενός έτους σε δύο έτη. Είναι προφανές ότι με το Ν. 2408/1996 επιχειρήθηκε να διευρυνθεί η αρμοδιότητα του μονομελούς πλημμελειοδικείου με περαιτέρω στόχο την επιτάχυνση της ποινικής δίκης, που είναι δυνατόν να επέλθει με την ανάθεση σημαντικής σε αριθμό κατηγορίας εγκλημάτων σε ένα ευέλικτο δικαστήριο, όπως το μονομελές πλημμελειοδικείο. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 114 στοιχ. Α΄ και Β΄ ΚΠΔ με το άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 3160/2003, κριτήριο για τον καθορισμό της καθ’ ύλη αρμοδιότητας του μονομελούς πλημμελειοδικείου αποτέλεσε (όχι το ανώτερο αλλά) το ελάχιστο όριο ποινής που απειλείται από το νόμο για ορισμένο έγκλημα∙ έτσι, στην κατά κανόνα καθ’ ύλη αρμοδιότητα του μονομελούς πλημμελειοδικείου υπήχθησαν τα πλημμελήματα εκείνα, για τα οποία ο νόμος προέβλεπε ως κατώτατο όριο ποινή φυλάκισης κάτω των τριών μηνών. Η καθιέρωση του κριτηρίου αυτού, όμως, είναι αμφίβολης ορθότητας, καθώς για τον προσδιορισμό του καθ’ ύλην αρμοδίου δικαστηρίου θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη το ανώτερο όριο ποινής που μπορεί να επιβάλλει το δικαστήριο, αφού το στοιχείο αυτό καθιστά αναγκαία την προσεκτικότερη μελέτη της υπόθεσης και την εκδίκασή της από εμπειρότερο δικαστήριο, ενώ η δέσμευση του δικαστηρίου ως προς το κατώτατο όριο της ποινής έχει σαφώς μικρότερη σημασία. Το πιο πάνω κριτήριο για τον καθορισμό της καθ’ ύλη αρμοδιότητας του μονομελούς πλημμελειοδικείου (δηλ. το ελάχιστο και όχι το ανώτερο όριο ποινής) διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 114 ΚΠΔ με το άρθρο 10 παρ. 4 Ν. 3904/2010, το οποίο, πάντως, ορίζει σήμερα ότι στην αρμοδιότητα του μονομελούς πλημμελειοδικείου υπάγονται τα πλημμελήματα εκείνα, για τα οποία ο νόμος προβλέπει ως κατώτατο όριο ποινή φυλάκισης κάτω του ενός έτους.

Αποτέλεσμα των νομοθετικών αυτών μεταβολών είναι η υπαγωγή στο μονομελές πλημμελειοδικείο σοβαρών πλημμελημάτων με ιδιαίτερες αποδεικτικές δυσχέρειες. Η επιλογή αυτή, μάλιστα, οδήγησε και σε έμμεση συρρίκνωση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, αφού για σειρά σημαντικών πλημμελημάτων δεν επιτρέπεται πλέον η κατ’ άρθρο 322 ΚΠΔ προσφυγή κατά της απευθείας κλήσης, που προβλέπεται μόνο επί παραπομπής του κατηγορουμένου στο τριμελές πλημμελειοδικείο. Σε πρακτικό επίπεδο ο νέος αυτός τρόπος κατανομής της αρμοδιότητας μεταξύ του μονομελούς και του τριμελούς πλημμελειοδικείο όχι μόνο δεν επιτάχυνε τους ρυθμούς απονομής της δικαιοσύνης, αλλά είχε ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση υποθέσεων στα ακροατήρια του μονομελούς πλημμελειοδικείου, την αφάνταστη ταλαιπωρία των παραγόντων της δίκης (διαδίκων, συνηγόρων, μαρτύρων) από τις συνεχείς αναβολές των υποθέσεων. Παράλληλα, με τον τρόπο αυτό μειώθηκε ο αριθμός των υποθέσεων του τριμελούς εφετείου πλημμελημάτων, αλλά σε βάρος του τριμελούς πλημμελειοδικείου, το οποίο εκδικάζει τις ίδιες αυτές υποθέσεις σε δεύτερο βαθμό.

Με το Σχέδιο του νέου ΚΠΔ επανακαθορίζεται η αρμοδιότητα των μονομελών πλημμελειοδικείων βάσει της ανώτατης απειλούμενης ποινής, που προσδιορίζει και τη βαρύτητα του εγκλήματος και με κριτήρια αφενός τη βαρύτητα του εγκλήματος και τις αποδεικτικές δυσχέρειες που συνδέονται κατά κανόνα με μεγαλύτερης απαξίας πράξεις αφετέρου τις αναμενόμενες συνέπειες της απόφασης, ιδίως σε σχέση με την δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης της ποινής υπό όρο. Η προοπτική υποβολής του κατηγορουμένου στην εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής που υπερβαίνει τα τρία έτη με βάση το νέο Σχέδιο του Ποινικού Κώδικα επέβαλε τον περιορισμό της αρμοδιότητας του μονομελούς πλημμελειοδικείου μόνο σε όσα πλημμελήματα απειλούνται με ποινή φυλάκισης έως τρία έτη ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές, ενώ σε όσες περιπτώσεις η ποινή που ενδέχεται να επιβληθεί στον κατηγορούμενο μπορεί να ξεπεράσει τα τρία έτη κρίθηκε απαραίτητη η θεσμική εγγύηση της συλλογικής δικαιοδοτικής κρίσης. Παράλληλα προβλέπονται περιπτώσεις εξαιρετικής αρμοδιότητα τόσο του μονομελούς όσο και του τριμελούς πλημμελειοδικείου, στο μέτρο που αυτό συμβαδίζει με τη γενικότερη φιλοσοφία για ανάθεση στα μονομελή πλημμελειοδικεία απλών υποθέσεων.

Υπό το φως των συγκεκριμένων αιτιολογικών δεδομένων εντάχθηκαν στην αρμοδιότητα του τριμελούς πλημμελειοδικείου, μολονότι το πλαίσιο ποινής τους είναι φυλάκιση μέχρι τριών ετών ή χρηματική ποινή, τόσο το αδίκημα της βίας κατά υπαλλήλων (άρθρο 167 παρ. 1 ΠΚ) όσο και τα αδικήματα της ελευθέρωσης κρατουμένου (άρθρο 172 παρ. 1 ΠΚ), της συμμετοχής σε απόδραση κρατουμένου (άρθρο 173 παρ. 2 εδ. α΄ ΠΚ), της ψευδορκίας (άρθρο 224 ΠΚ), της δωροληψίας (άρθρο 235 παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ), καθώς και της δωροδοκίας υπαλλήλου (άρθρο 236 παρ. 1 ΠΚ). Παρέμειναν σε αυτήν, άλλωστε, τα διαλαμβανόμενα στην παλιά διάταξη εγκλήματα των άρθρων 259 και 397 ΠΚ.

γ) Η καθ’ ύλη αρμοδιότητα στα κακουργήματα. Το άρθρο 110 ΚΠΔ, όπως προστέθηκε με το Ν. 4055/2012, προέβλεψε για πρώτη φορά την ίδρυση και λειτουργία μονομελών εφετείων για την εκδίκαση κακουργημάτων. Η επιλογή αυτή, που χαρακτηρίστηκε ως ακραία εκδοχή (βλ. Αιτιολογική Έκθεση Ν. 3904/2010), αποτελεί αναμφίβολα ένα επικίνδυνο πειραματισμό, με τον οποίο επιδιώχθηκε να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της καθυστέρησης στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Πέρα, όμως, από τις αντιρρήσεις για τη σκοπιμότητα και αποτελεσματικότητα του θεσμού των μονομελών εφετείων, εγείρονται σοβαρές επιφυλάξεις και για την συνταγματικότητά του. Το άρθρο 97 παρ. 1 Συντ. προβλέπει ότι τα κακουργήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια, ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται αφενός η διατήρηση της αρμοδιότητας των εφετείων για όσα εγκλήματα είχαν ήδη υπαχθεί στην αρμοδιότητά του μέχρι το 1975 αφετέρου η δυνατότητα υπαγωγής από τον κοινό νομοθέτη και άλλων κακουργημάτων στη δικαιοδοσία «των ίδιων εφετείων». Κατά την ψήφιση του νέου Συντάγματος του 1975 ο συντακτικός νομοθέτης είχε αναμφίβολα υπόψη του τα πενταμελή εφετεία, δηλ. σε κάθε περίπτωση πολυμελή σύνθεση εφετείων κακουργημάτων. Γεννάται, επομένως, εύλογα το ερώτημα, ενόψει και της επιλογής του νομοθέτη για σταδιακή αφαίρεση ύλης από τα μικτά ορκωτά δικαστήρια και τη μεταφορά της στα εφετεία, αν η υπαγωγή των κακουργημάτων σε μονομελή εφετεία είναι συνταγματικά ανεκτή. Σαφής πρόθεση του συντακτικού νομοθέτη ήταν μόνο η κατ’ εξαίρεση αφαίρεση ύλης από τα μικτά ορκωτά δικαστήρια, κάτι που έχει σήμερα ανατραπεί αφού ο κανόνας είναι η υπαγωγή των κακουργημάτων στην αρμοδιότητα του εφετείου, αλλά και σε κάθε περίπτωση η εκδίκαση των κακουργημάτων από πολυμελή σύνθεση του εφετείου. Γι’ αυτό και το άρθρο 97 Συντ., δίνοντας την ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να αναθέσει την εκδίκαση και άλλων κακουργημάτων στα εφετεία κάνει λόγο για υπαγωγή των υποθέσεων αυτών στη δικαιοδοσία «των ίδιων εφετείων»∙ ίδια δηλ. εφετεία, σε σχέση με εκείνα τα οποία ήδη λειτουργούσαν κατά την ψήφιση του νέου Συντάγματος και στα οποία μέχρι τότε είχαν υπαχθεί ορισμένα κακουργήματα. Με βάση τις πιο πάνω σκέψεις ο θεσμός των μονομελών εφετείων κακουργημάτων δεν είναι ούτε συνταγματικά ανεκτός.

Το Σχέδιο του νέου ΚΠΔ με σεβασμό στη διάταξη του άρθρου 97 Συντ., αναθέτει την εκδίκαση των κακουργημάτων αποκλειστικά σε πολυμελείς συνθέσεις δικαστηρίων (τριμελή εφετεία και ΜΟΔ) και διατηρεί τα μονομελή εφετεία μόνο για την επιβολή ποινής σε περίπτωση σύνταξης πρακτικού συνδιαλλαγής (άρθρο 301 ΣχΚΠΔ) ή διαπραγμάτευσης (άρθρο 303 ΣχΚΠΔ), καθώς και για την επιβολή συνολικής ποινής, όταν η ποινή βάσης δεν επιβλήθηκε από το μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο. Στις περιπτώσεις αυτές, όπου το δικαστήριο περιορίζεται σε επιμετρητική εργασία, κρίθηκε ανεκτή και σκόπιμη η διατήρηση του μονομελούς εφετείου. Άλλωστε, η αξιοποίησή του σε αυτούς τους τομείς, συνδυαζόμενη με την εφαρμογή των νέων θεσμών αποκαταστατικής ή συναινετικής απονομής της δικαιοσύνης, θα καταστεί επωφελέστερη για τη Δικαιοσύνη, αφού η ενεργοποίησή του σε τέτοιους τομείς ούτε την εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης θέτει εν αμφιβόλω ούτε την ποιότητα του δικαστικού έργου διακινδυνεύει.

δ) Κήρυξη καθ’ ύλη αναρμοδιότητας για κακούργημα, για το οποίο δεν διενεργήθηκε κύρια ανάκριση (άρθρο 120 ΣχΚΠΔ). Υπό το ισχύον σήμερα σύστημα η διαπίστωση από πολυμελές δικαστήριο της αναρμοδιότητάς του οδηγεί σε κάθε περίπτωση στην παραπομπή της υπόθεσης στο αρμόδιο καθ’ ύλη δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα του εγκλήματος και από τον τρόπο περάτωσης της προδικασίας. Ωστόσο, αν το έγκλημα χαρακτηρίζεται κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης ως πλημμέλημα και ως τέτοιο εισάγεται στο ακροατήριο, αλλά στη συνέχεια το δικαστήριο θεωρεί ότι έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, κρίνεται επιβεβλημένη η διενέργεια κύριας ανάκρισης. Για το λόγο αυτό προβλέπεται στο άρθρο 120 παρ. 3 ΣχΚΠΔ η παραπομπή της υπόθεσης από το (πολυμελές) δικαστήριο στον εισαγγελέα, προκειμένου ο τελευταίος να διατάξει τη διενέργεια κύριας ανάκρισης.

ε) Αναρμοδιότητα του δικαστηρίου που δίκασε πρωτοδίκως (άρθρο 121 ΣχΚΠΔ). Με την ισχύουσα σήμερα διάταξη του άρθρου 121 ΚΠΔ, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαπιστώσει την αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για το λόγο ότι η υπόθεση υπαγόταν σε πρώτο βαθμό στην αρμοδιότητα κατώτερου απ’ αυτό δικαστηρίου ή στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου που δικάζει την έφεση, τότε ακυρώνει την πρωτόδικη απόφαση και δικάζει ανέκκλητα το ίδιο την υπόθεση στην ουσία. Το Σχέδιο του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σεβόμενο απόλυτα την αρχή του νόμιμου δικαστή και την κατανομή των υποθέσεων στα αρμόδια δικαστήρια ανάλογα με τη βαρύτητά τους, επέλεξε ως ορθή λύση για την αντιμετώπιση της περίπτωσης αυτής την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης και την παραπομπή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο, που δικάσει και πάλι σε πρώτο βαθμό, ανεξάρτητα από το αν η υπόθεση υπαγόταν σε πρώτο βαθμό σε ανώτερο ή κατώτερο δικαστήριο από εκείνο που δίκασε την υπόθεση πρωτόδικα. Μόνο αν η υπόθεση υπαγόταν σε πρώτο βαθμό στην καθ’ ύλη αρμοδιότητα του δικαστηρίου που εξετάζει την έφεση το δικαστήριο αυτό θα δικάσει (σε πρώτο βαθμό) την υπόθεση στην ουσία της, χωρίς να ανακύπτει λόγος παραπομπής σε άλλο δικαστήριο. Με τη νέα αυτή διάταξη αίρονται οι επιφυλάξεις συμβατότητας του ισχύοντος σήμερα συστήματος με την υπερομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 ΔΣΑΠΔ (Ν. 2462/1997), που καθιερώνει το δικαίωμα του κατηγορουμένου, που κρίνεται ένοχος, για επανεκδίκαση της υπόθεσής του από ανώτερο δικαστήριο.

3.5.Β Οι διατάξεις για την τοπική αρμοδιότητα και την εγκυρότητα των πράξεων που έγιναν από αναρμόδιο όργανο

Μικρές μόνον αποκλίσεις εισάγονται με τις σχετικές διατάξεις του ΣχΚΠΔ, καθώς θεωρήθηκε ότι το παλαιότερο νομικό πλαίσιο δεν παρουσίαζε προβλήματα και κρίθηκε ως λειτουργικό. Στο άρθρο 122 στην παρ. 2 ορίστηκε ότι για έγκλημα που τελέστηκε με έντυπο, το οποίο εκδόθηκε στην Ελλάδα, αρμόδιο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου, όπως αποδεικνύεται, δημοσιεύτηκε το έντυπο. Τα αναφερόμενα στα εδάφια γ΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 2 του ιδίου άρθρου του ΚΠΔ απαλείφθηκαν, καθώς θεωρήθηκαν ως εν τοις πράγμασιν ανενεργά. Τυχόν ζητήματα μπορούν να επιλυθούν, άλλωστε, με τις διατάξεις των άρθρων 136 και 137 περί παραπομπής. Το άρθρο 123 αποδίδει κατά βάση το ισχύον σήμερα άρθρο για την τοπική αρμοδιότητα στα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο εξωτερικό. Κρίθηκε σκόπιμο να καταργηθεί, ωστόσο, η τοπική αρμοδιότητα των δικαστηρίων της πρωτεύουσας για τα εγκλήματα που διαπράττει δημόσιος υπάλληλος που υπηρετεί σε ελληνική υπηρεσία του εξωτερικού. Διατηρήθηκε, βέβαια, η αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου να ορίζει ως αρμόδιο ένα από τα δικαστήρια που βρίσκονται πιο κοντά στον τόπο της πράξης, ενόψει του ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η διάταξη αυτή μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Προς τούτο συνηγορεί και η μέχρι σήμερα δικαστηριακή εμπειρία που δεν εμφανίζει στο σημείο αυτό καταχρηστικές περιπτώσεις εφαρμογής.

Τα λοιπά άρθρα για την τοπική αρμοδιότητα παραμένουν ως είχαν. Ωστόσο, το άρθρο 127 ΣχΚΠΔ που αποδίδει κατά βάση το ισχύον σήμερα άρθρο 127 ΚΠΔ, συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου στο τέλος ότι «οι περιοριστικοί όροι που έχουν επιβληθεί διατηρούνται μέχρι να αποφανθεί το αρμόδιο δικαστικό όργανο». Η προσθήκη αυτή κρίθηκε αναγκαία, για να αρθεί κάθε νοητή αμφισβήτηση για την τύχη των περιοριστικών όρων, καθώς η προηγούμενη ρύθμιση αναφέρονταν μόνον στα εντάλματα για προσωρινή κράτηση.

3.5.Γ Οι διατάξεις για την αρμοδιότητα επί συνάφειας και συναιτιότητας και για τη σύγκρουσης αρμοδιότητας

Οι διατάξεις των άρθρων 128 και 129 ΣχΚΠΔ για την αρμοδιότητα σε περίπτωση συνάφειας αποδίδουν κατά βάση το γράμμα των ίδιων άρθρων του ΚΠΔ. Η Επιτροπή έκρινε, ωστόσο, ότι πρέπει να προταχθεί στο άρθρο 128 ο αυθεντικός ορισμός των συναφών εγκλημάτων και να ρυθμισθεί η εκδίκαση των συναφών στο άρθρο 129, αφού ο ορισμός συνιστά προϋπόθεση που προηγείται της έννομης συνέπειας της εκδίκασης. Στο άρθρο 129 παρ. 2 ΣχΚΠΔ υιοθετείται ως κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθ’ ύλη αρμόδιου δικαστηρίου για την εκδίκαση όλων των συναφών εγκλημάτων, όχι η βαρύτητα των συναφών εγκλημάτων, αλλά το ανώτερο δικαστήριο μεταξύ των αρμόδιων για κάθε συναφές έγκλημα. Στην παρ. 4 του άρθρου αυτού προβλέπεται άνευ εξαιρέσεων ο χωρισμός της υπόθεσης επί συναφών εγκλημάτων ανηλίκων και ενηλίκου. Η πρόταση του Σχεδίου Μαργαρίτη για υπαγωγή στα κοινά ποινικά δικαστήρια όλων των εγκλημάτων και όταν ορισμένα από αυτά υπάγονται στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων ή των δικαστηρίων ανηλίκων δεν υιοθετήθηκε, διότι κρίθηκε ότι με τον τρόπο αυτό θα δικάζονταν από τα κοινά ποινικά δικαστήρια ανήλικοι που διώκονται ακόμα και για σοβαρά κακουργήματα, εφόσον υπήρχε συναφές έγκλημα μικρής βαρύτητας, ενώ το ίδιο θα ίσχυε και για στρατιωτικά εγκλήματα, που απαιτούν ειδικές γνώσεις και εξοικείωση. Εξάλλου, μετά την πρόβλεψη του άρθρου 129 παρ. 4 ΣχΚΠΔ, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 130 παρ. 3 ΣχΚΠΔ, δεν νοείται συνεκδίκαση εγκλημάτων ενηλίκου και ανηλίκου, καθόσον απαλείφθηκε για λόγους πληρέστερης προστασίας των ανηλίκων και μη νόθευσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών εκδίκασης των υποθέσεων ανηλίκων η δυνατότητα συνεκδίκασης ανηλίκων και ενηλίκων επί πλημμελημάτων.

Στην ίδια κατεύθυνση, οι διατάξεις των άρθρων 130 και 131 ΣχΚΠΔ για την αρμοδιότητα σε περίπτωση συμμετοχής αποδίδουν κατά βάση το γράμμα των ίδιων άρθρων του ΚΠΔ. Στο άρθρο 130 παρ. 3 ΣχΚΠΔ ρυθμίζεται το ζήτημα της αρμοδιότητας σε περίπτωση συμμετοχής ανηλίκου στο έγκλημα με πιο αποφασιστικό τρόπο, καθώς καθίσταται υποχρεωτικός σε κάθε περίπτωση ο χωρισμός της υπόθεσης τόσο επί ποινικής δίωξης όσο και επί εκδίκασης. Στο άρθρο 131 προστίθεται στο τέλος εδάφιο που προβλέπει ρητά πλέον τη δυνατότητα οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης ή κήρυξης της ποινικής δίωξης απαράδεκτης, ακόμα και αν το δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο κατά τα προηγούμενα εδάφια του άρθρου αυτού.

Τέλος, εν πολλοίς αναλλοίωτες παραμένουν στο ΣχΚΠΔ και οι διατάξεις των άρθρων 132 έως 137 που ρυθμίζουν τα σχετικά με τη σύγκρουση της αρμοδιότητας και την αρμοδιότητα κατά παραπομπή. Άξιο μνείας είναι, πάντως, ότι στο άρθρο 132 προστίθεται ως παρ. 3 νέα διάταξη, η οποία ρυθμίζει τον κανονισμό αρμοδιότητας στις περιπτώσεις αμφισβήτησης της αρμοδιότητας μεταξύ εισαγγελέων. Η ρύθμιση κρίθηκε ως αναγκαία, καθώς το ζήτημα αυτό αντιμετωπιζόταν από τη νομολογία του Αρείου Πάγου με αναλογική εφαρμογή, καθιστώντας επιτακτική την παρεμβολή του δικαστικού συμβουλίου και εντεύθεν πιο χρονοβόρα τη σχετική διαδικασία κανονισμού της αρμοδιότητας. Η ρύθμιση του άρθρου 133 για την αποχή από περαιτέρω ενέργειες επί σύγκρουσης αρμοδιότητας διατηρήθηκε και αναπροσαρμόστηκε, σε αντίθεση με τη καταργούμενη διάταξη του άρθρου 134 ΚΠΔ, η οποία πρόβλεπε την επιβολή προστίμου σε περίπτωση που η αίτηση του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος για τον προσδιορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου ήταν εντελώς αβάσιμη. Η κατάργησή της εμφανίστηκε ως αυτονόητη, όχι μόνον γιατί ενείχε υπερβολή και έτσι κι αλλιώς δεν είχε εφαρμοσθεί ποτέ στην πράξη, αλλά και γιατί κρίθηκε ότι το ζήτημα προσδιορισμού του αρμόδιου δικαστηρίου δεν επιτρέπεται δικαιοκρατικά να συνδέεται με τιμωρητική διάθεση.

3.6 Διαδικαστικές πράξεις (6ο Τμήμα)

Μολονότι τα διαλαμβανόμενα στο προκείμενο έκτο Τμήμα του πρώτου Βιβλίου του Σχεδίου ΚΠΔ δεν απομακρύνονται ριζικά από τις ρυθμίσεις του ισχύοντος ΚΠΔ, σε μια σειρά διατάξεων ενσωματώνονται τροποποιήσεις που προωθούν έναν ανανεωτικό χαρακτήρα της ποινικής διαδικασίας σε σχέση με την τήρηση των πρακτικών της δίκης, τις επιδόσεις υπό το φως των αξιώσεων πραγματικής γνώσης και προστασίας των προσωπικών δεδομένων και τον επανακαθορισμό των ακυροτήτων, ώστε αφενός μεν να εξασφαλίζονται πληρέστερα οι αξιώσεις για την αποτροπή προσβολών των κεντρικών στοιχείων της μορφής της ποινικής δίκης, αφετέρου δε να προωθείται η απρόσκοπτη υπό συστηματικό πρίσμα δικονομική ένταξη και εφαρμογή τους. Ειδικότερα:

3.6.Α Αποφάσεις και πρακτικά

Στο Πρώτο Κεφάλαιο που αναφέρεται στις αποφάσεις και τα πρακτικά οι σχετικές διατάξεις παραμένουν εν πολλοίς αναλλοίωτες, καθώς επαναλαμβάνεται το γράμμα τους στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Μικρή συμπλήρωση έλαβε χώρα στο άρθρο 139 για τις αιτιολογίες, καθώς προστίθενται και συνδέονται με υποχρέωση αιτιολογίας και οι ποινικές διαταγές, προς αποφυγή οποιασδήποτε εσφαλμένης ερμηνευτικής προσέγγισης που θα επιχειρούσε να τις εξαιρέσει. Αυτονόητο υπό συνταγματικό πρίσμα οφείλει να θεωρείται ότι δεν αρκεί για την αιτιολογία ούτε η επανάληψη της διαπίστωσης του νόμου, ούτε η απλή κατ’ είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων, καθόσον η πληρότητα της αιτιολογίας εξασφαλίζεται μόνον όταν υφίσταται ειδική αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχτηκε το δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης (βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Αιτιολογία και αναιρετικός έλεγχος ως συστατικά της ποινικής απόδειξης, 1998∙ Ι. Γιαννίδη,

Η αιτιολόγηση των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, τ. Α΄ 1989, τ. Β΄ 2003∙ Θ. Δαλακούρα, Η αιτιολόγηση των ποινικών αποφάσεων, ΝοΒ 2009, 2049 επ.∙ Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, Σκέψεις για την αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων με αφορμή τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ΠοινΧρ 2008, 3 επ.∙ Α. Καρρά, Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων ειδικότερα σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, ΠοινΧρ 2016, 161 επ.∙ Α. Κωνσταντινίδη, ΠΛογ 2009, 191 επ.∙ Α…Χ. Σεβαστίδης, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, τ. ΙΙ, άρθρο 139, σελ. 1617 επ.∙ Α. Τριανταφύλλου, ΠοινΧρ 2008, 500 επ.∙ πρβλ. ΟλΑΠ 1/2005∙ ΟλΑΠ 2/2004).

Στο άρθρο 141 προστίθεται παρ. 4, ώστε να ρυθμιστεί η καταχώριση σε αυτοτελές πρακτικό, ανεξάρτητο από τα πρακτικά συνεδρίασης της παρ. 1, της αίτησης του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του για την έναρξη της διαδικασίας ποινικής συνδιαλλαγής ή ποινικής διαπραγμάτευσης που υποβάλλεται στο ακροατήριο. Αντιστοίχως, στο άρθρο 142 ορίζεται στην παρ. 4, που αντικατέστησε τις παλιές παρ. 3 και 4 του ΚΠΔ, ότι με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του οικείου Πρωτοδικείου, μπορεί να καθορίζεται για ποιες αποφάσεις δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή.

Στο άρθρο 143 παρ. 3 εδάφιο β΄ ΣχΚΠΔ που αφορά το σύστημα τήρησης πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία ή εικονοληψία ρυθμίζεται ρητά η υποχρέωση τήρησης πρακτικών με φωνοληψία σε δίκες κακουργημάτων. Η προηγούμενη ρύθμιση είχε εισαχθεί με το άρθρο 113 Ν. 4055/2012 και προέβλεπε ότι ενώπιον όλων των δικαστηρίων, πλην των πταισματοδικείων, μπορεί να εφαρμοστεί και το σύστημα τήρησης πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία. Ωστόσο, καθώς το όλο ζήτημα αφήνονταν στη διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων παραγόντων, η εφαρμογή του δεν ευοδώθηκε. Η θέσπιση της υποχρέωσης τήρησης πρακτικών με φωνοληψία σε δίκες κακουργημάτων κρίθηκε, μετά ταύτα, ως απολύτως ενδεδειγμένη λύση, καθώς με την επιλογή αυτή αντιμετωπίζονται τα όποια λειτουργικά προβλήματα θα ανέκυπταν από μια γενική εφαρμογή του εν λόγω συστήματος τήρησης πρακτικών επί όλων των εγκλημάτων. Συνάμα, όμως, προωθείται στα βαρύτερα εγκλήματα η αυξημένη αξίωση για την ελεγξιμότητα της διαδικασίας διεξαγωγής της δίκης και εν ταυτώ για την τήρηση της νομοτυπικότητας και δικαιότητάς της. Επιπρόσθετα, με την ίδια επιλογή προωθείται η εκφορά αιτιολογημένων εισαγγελικών προτάσεων, οι οποίες θα συνεισφέρουν στη διαμόρφωση της πληρέστερης αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων. Και έτι περαιτέρω, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου αυτού «η μηχανική εγγραφή (φωνοληψία) κατά τη διαδικασία ενώπιον του ακροατηρίου, συνιστά, για τις ανάγκες του άρθρου 142 παρ. 1, το κείμενο των πρόχειρων πρακτικών», το οποίο σε δίκες μακράς διάρκειας μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον εισαγγελέα ή τους διαδίκους, να χορηγηθεί ως αντίγραφο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας. Ρητά ορίζεται, εξάλλου, στην παρ. 5 του ιδίου άρθρου ότι «η διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζεται και σε όσες περιπτώσεις προβλέπονται στον νόμο εικονοληψία ή εικονοτηλεδιάσκεψη» καθώς και ότι «η εφαρμογή αυτού του τρόπου τήρησης των πρακτικών γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Ωστόσο, κατά τα διαλαμβανόμενα στην παρ. 4 «ανεξάρτητα από τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους, το δικαστήριο, ο εισαγγελέας, ο γραμματέας και οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να προβαίνουν, με δικά τους μέσα, σε φωνοληψία της διεξαγόμενης στο ακροατήριο δίκης, εφόσον επιτραπεί από το δικαστήριο κατόπιν υποβολής αιτήματος, που καταχωρίζεται στα πρακτικά». Η υποβολή του σχετικού αιτήματος κρίθηκε αναγκαία, ώστε να αποτρέπονται περιπτώσεις ανεξέλεγκτης φωνοληψίας που θα έθετε σε αμφισβήτηση είτε τα προσωπικά δεδομένα των παραγόντων της δίκης είτε το δικαίωμα σε ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους.

Στο άρθρο 145 παρ. 2 για τη διόρθωση πρακτικών απαλείφτηκε η φράση ότι η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά «τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού», καθώς δημιουργούσε την εντύπωση ίασης σφάλματος περί την αιτιολογία και αντικαταστάθηκε από τη φράση ότι η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά «την απάλειψη προφανών παραδρομών του αιτιολογικού». Τέλος, στο άρθρο 147 ρυθμίστηκε αναλυτικότερα η χορήγηση αντιγράφων των αποφάσεων, των ποινικών διαταγών, των διατάξεων, των πρακτικών, των βουλευμάτων, καθώς και κάθε εγγράφου της ποινικής διαδικασίας. δίνονται μετά το τέλος της σε κάθε διάδικο της ποινικής δίκης, ενώ σε οποιονδήποτε άλλον που έχει συμφέρον δίνονται με αίτησή του και με έγκριση του προέδρου του δικαστηρίου. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 100 και 107, κατά τη διάρκεια δε της προκαταρκτικής εξέτασης οι διατάξεις του άρθρου 244. Σε οποιονδήποτε τρίτο που έχει έννομο συμφέρον είναι δυνατόν να δοθούν αντίγραφα με ομόφωνη έγκριση του ανακριτή και του εισαγγελέα, μετά δε το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης με έγκριση του αρμόδιου εισαγγελέα». Αρμόδιος εισαγγελέας, εν προκειμένω, μπορεί να είναι με βάση τα οριζόμενα στον κανονισμό εισαγγελίας είτε ο εισαγγελέας που χειρίζεται ή έχει χειριστεί τη δικογραφία, είτε ο εισαγγελέας υπηρεσίας στις περιπτώσεις περαιωμένων δικογραφιών ύστερα από προκαταρκτική εξέταση ή σε περιπτώσεις αποχωρησάντων εισαγγελέων.

3.6.Β Εκθέσεις, κοινοποιήσεις, επιδόσεις και προθεσμίες

Μικρές διορθωτικές παρεμβάσεις έχουν λάβει χώρα και στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο Κεφάλαιο του έκτου τμήματος που αναφέρεται στις εκθέσεις, τις επιδόσεις και τις προθεσμίες.

Στο άρθρο 150 ΣχΚΠΔ που επαναλαμβάνει το γράμμα της παλαιότερης αντίστοιχης διάταξης, με μοναδική τροποποίηση την αλλαγή του απαιτούμενου ορίου ηλικίας των μαρτύρων από την ηλικία «κάτω των δεκαεπτά ετών» στην ηλικία «κάτω των δεκαοκτώ ετών». Στο άρθρο 155 παρ. 2 προστίθεται, για λόγους τήρησης του κανονισμού προσωπικών δεδομένων, η υποχρέωση θυροκόλλησης του επιδοτήριου, «αφού πρώτα το εσωκλείει σε φάκελο τον οποίο σφραγίζει». Στην ίδια παράγραφο ορίζεται στο εδάφιο γ΄ ότι «σε περίπτωση επίδοσης βουλεύματος, ποινικής διαταγής ή απόφασης σε ψηφιακή μορφή, αυτός που κάνει την επίδοση επικολλά σφραγισμένο φάκελο», ενώ στο τελευταίο εδάφιο προωθείται η υποχρέωση «πραγματικής αναζήτησης της κατοικίας ή της διαμονής του κατηγορουμένου, εφόσον δεν έχει δηλωθεί κατά τα άρθρα 156 και 273, με κάθε πρόσφορο μέτρο, τουλάχιστον με βάση τη διεύθυνση που έχει δηλώσει στην τελευταία φορολογική του δήλωση και τα σχετικά στοιχεία που είναι καταχωρισμένα στα πληροφοριακά συστήματα του Υπουργείου Οικονομικών».

Στο άρθρο 156 ΣχΚΠΔ ρυθμίζονται για νομοτεχνικούς λόγους οι περιπτώσεις επίδοσης σε κατηγορούμενο στην δηλωθείσα από αυτόν διεύθυνση, όπως προβλέπονταν αυτές στο άρθρο 273 παρ. 1 στοιχ. γ΄ ΚΠΔ. Ωστόσο, αντί της φράσης «ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη» επιλέγεται η φράση «ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη», έτσι ώστε η σχετική υποχρέωση δήλωσης της διεύθυνσης κατοικίας του κατηγορουμένου να επεκτείνεται και στις περιπτώσεις έκδοσης αθωωτικής απόφασης. Η ρύθμιση αυτή εξασφαλίζει σε μεγαλύτερο βαθμό την πραγματική γνώση του κατηγορουμένου για την εξέλιξη της υπόθεσής του σε περίπτωση άσκησης εισαγγελικής έφεσης και εντεύθεν τη δυνατότητα εκδίκασης της τυχόν ασκηθείσας εισαγγελικής έφεσης ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αθωωθέντος. Διαφορετικά είναι πολύ πιθανό να κλητευθεί ο αθωωθείς κατηγορούμενος ως αγνώστου διαμονής με όλες τις αρνητικές συνέπειες για αυτόν, αλλά και για την εξέλιξη της δίκης, αφού ενόψει του ενισχυμένου λόγω της πρωτοβάθμιας αθώωσης τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου είναι δικαιοκρατικά προβληματικό να διαταχθεί σε περίπτωση μη εμφάνισης του κλητευθέντος ως αγνώστου διαμονής κατηγορουμένου η αναστολή της διαδικασίας στο ακροατήριο και η σύλληψή του. Τέλος, στο άρθρο 163 ΣχΚΠΔ προστίθεται δεύτερη παράγραφος, με την οποία ορίζεται ότι τα αποδεικτικά επίδοσης καταδικαστικών αποφάσεων ουδέποτε καταστρέφονται. Η προσθήκη αυτή θεωρήθηκε αναγκαία, ώστε να μπορεί να υπολογίζεται σε όλες τις περιπτώσεις πότε μια ερήμην απόφαση επιδόθηκε και συνακόλουθα πότε αυτή κατέστη αμετάκλητη και άρχισε η προθεσμία παραγραφής της επιβληθείσας ποινής κατ’ άρθρο 115 ΠΚ. Τούτο δεν ήταν προηγουμένως πάντα εφικτό, αφού λόγω της πολτοποίησης των δικογραφιών η εφαρμογή των άρθρων 565 και 571 παρ. 3 και 6 ΣχΚΠΔ συναντούσε ανυπέρβλητα εμπόδια. Εξάλλου, το γεγονός ότι με τη ρύθμιση αυτή θα επιβαρυνθεί εν μέρει η υπηρεσία δεν μπορεί να αποτελέσει σοβαρό ανασχετικό παράγοντα, αφού το διακύβευμα σχετίζεται αφενός με τον έλεγχο ορθότητας μιας απόφασης και αφετέρου με τη δικαιότητα της διαδικασίας.

3.6.Γ Ακυρότητες

Ως δικονομικές ακυρότητες ορίζονται οι δικονομικές κυρώσεις που επέρχονται στις περιπτώσεις μη τήρησης των τυπικών προϋποθέσεων διενέργειας των δικονομικών πράξεων (βλ. ενδεικτικά Ι. Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, τ. Ι, 3η έκδ. 1976, σελ. 243 επ.∙ Α. Καρρά, Οι δικονομικές ακυρότητες και τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, 40 χρόνια Ποινικά Χρονικά, 1991, 18 επ.). Οι άκυρες δικονομικές πράξεις συνιστούν μεν υποστατές και πλήρεις κατά το πραγματικό τους μέρος πράξεις, οι οποίες όμως ενόψει της ελαττωματικότητάς τους δεν δύνανται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα. Ανάλογα με τη βαρύτητα της ελαττωματικότητας, εξάλλου, οι άκυρες δικονομικές πράξεις διακρίνονται σε απολύτως άκυρες (nulita assoluta) σε σχετικώς άκυρες (nulita relativa), με τις πρώτες να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως η ακυρότητά τους σε κάθε στάση της δίκης και με τις δεύτερες να εξετάζεται μόνον κατόπιν πρότασης του εισαγγελέα ή του έχοντος έννομο συμφέρον διαδίκου. Η διάκριση ανάμεσα σε απόλυτες και σχετικές ακυρότητες είναι ιταλικής προέλευσης και επεκτάθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα και επέκεινα στο σύνολο του λεγόμενου ρωμανικού χώρου. Στον σημερινό ιταλικό ΚΠΔ, ύστερα από την καθολική τροποποίηση του έτους 1989, η διάκριση έχει μεταλλαχθεί σε «ακυρότητες γενικής τάξης» (nullita di ordine generale, άρθρ. 178 CPP) και σε απόλυτες ακυρότητες (nullita assolute, άρθρ. 179 CPP). Οι τελευταίες ορίζονται ως μη δυνάμενες να ιαθούν και αφορούν αποκλειστικά όσες αναφέρονται στη μη τήρηση των διατάξεων: α) που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα, β) που καθορίζουν την παραλειπόμενη κλήτευση του κατηγορουμένου ή την απουσία του συνηγόρου του και γ) τις ρητά αναφερόμενες στο άρθρο 604 CPP περιπτώσεις σύνθεσης του δικαστηρίου (βλ. Α. Nappi, Guida al nuovo Codice di Procedura Penale, 1991, passim). Στον γαλλικό ΚΠΔ διακρίνονται οι ακυρότητες σε «ακυρότητες εκ του γράμματος του νόμου» (nullités textuelles), δηλαδή σχετικές και σε «ακυρότητες εκ της ουσίας του πράγματος» (nullités substantielles ou virruelles), όπως οι προκαλούμενες από κάθε προσβολή των δικαιωμάτων της υπεράσπισης, δηλαδή απόλυτες (βλ. Stefani-Levasseur-Bouloc, Procédur Pénale, 14η έκδ. 1990, σελ. 758 επ.). Στον Αυστριακό ΚΠΔ διακρίνονται οι ακυρότητες ομοίως σε απόλυτες και σχετικές, με τις σχετικές να ορίζονται ως εκείνες που λαμβάνονται υπόψη και επιφέρουν ακυρότητα, όταν η προσβολή της διαδικασίας (δηλ. το ελάττωμα της πράξης) επιδρά στην προσβαλλόμενη απόφαση ή δεν αποκλείεται η επίδρασή της στη διαμόρφωση της απόφασης (βλ. Fabrizy, StPO und wichtige Nebengesetze, Kurzkommentar, 2008, Art. 281, σελ. 586). Τέλος, αντίστοιχη διάκριση δεν υφίσταται στο Γερμανικό δίκαιο, όπου με εξαίρεση τα άρθρα 101 παρ. 1 στοιχ. 1 GG (Σ.) και 16 GVG (ΚΟΔ) στα οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αυτοδίκαιης ακυρότητας συγκεκριμένων προδήλως απαράδεκτων ή παράνομων αποφάσεων (όπως λ.χ. επί αποφάσεων ποινικής καταδίκης από έκτακτο δικαστήριο ή επί αποφάσεων με παράνομο περιεχόμενο ή αποφάσεων καταδίκης αποθανόντος κατηγορουμένου) οι περιπτώσεις ελαττωματικών δικονομικών πράξεων που παραβιάζουν δικαιώματα αντιμετωπίζονται με τη λεγόμενη προσφυγή στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (BVerfG), ενώ οι σχετικώς υποδεέστερες τυπικές παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων (όπως επί μη υπαίτιας παραμέλησης προθεσμίας) με το προβλεπόμενο στις παραγράφους 44 – 47 StPO ένδικο βοήθημα της «επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάστασή τους» (βλ. Meyer–Goβner, Strafprozessordnung, 58η έκδ. 2015).

Στις αξονικού χαρακτήρα επιλογές του ΣχΚΠΔ ανήκουν, μετά ταύτα:

α) Ο κλειστός κατάλογος των απόλυτων ακυροτήτων του άρθ. 171 ΚΠΔ. Όπως διαρρυθμιζόταν στο πλαίσιο του ΚΠΔ (βλ. Εισηγητική Έκθεση του ΚΠΔ του 1950) έτσι και στο ΣχΚΠΔ δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι οι περιπτώσεις α΄ έως δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 171 και η παρ. 2 του ιδίου άρθρου εντάσσονται σε έναν κλειστό κατάλογο απόλυτων ακυροτήτων που καθορίζονται ρητώς και περιοριστικώς στην οικεία διάταξη και εγγράφονται ως αποτέλεσμα μιας στάθμισης του νομοθέτη αναφορικά με την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο του παρόντος άρθρου εκείνων μόνον των εξειδικευμένων περιπτώσεων που χρήζουν απόλυτης προστασίας λόγω της ειδικής επιρροής τους στη διαμόρφωση της μορφής της ποινικής δίκης. Καθώς, με άλλες λέξεις, η διατήρηση της δικανικής μορφής της δίκης προϋποθέτει στο πλαίσιο ενός κράτους δικαίου την εξασφάλιση των δομικών στοιχείων της όπως της νόμιμης σύνθεσης του δικαστηρίου (παρ. 1 περ. α΄), της ενεργητικής συμμετοχής του εισαγγελέα στη δίκη και στην εξέλιξή της (παρ. 1 περ. β΄), της μη εξέλιξης της δίκης στις περιπτώσεις αναστολής (παρ. 1 περ. γ΄), της αποτελεσματικής υπεράσπισης του κατηγορουμένου (παρ. 1 περ. δ΄) και της μη παράνομης παράστασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία παρ. 2), είναι πλήρως δικαιολογήσιμη η κατ’ αυτόν τον τρόπο κατάστρωση της διάταξης του άρθρου 171 ΚΠΔ, αφού τυχόν συμπερίληψη σε αυτήν και άλλων περιπτώσεων θα δυσχέραινε δυσανάλογα αναγνωρισμένες στοχεύσεις της δίκης όπως της αναζήτησης της αλήθειας και της εύλογης διάρκειάς της.

β) Η πρόβλεψη απόλυτης ακυρότητας επί προσβολής δικαιωμάτων του υπόπτου. Η ρητή αναφορά στο άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ΄ ΣχΚΠΔ της πρόκλησης απόλυτης ακυρότητας σε περίπτωση μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του υπόπτου (δηλαδή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την ΕΣΔΑ, το ΔΣΑΠΔ και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ), κρίθηκε ως αναγκαία για συστηματικούς και νομοτεχνικούς λόγους. Υπό συστηματικό πρίσμα η ταύτιση δικαιωμάτων υπόπτου και κατηγορουμένου αντανακλά τη νέα αναβαθμισμένη θέση που επιφυλάσσει το ΣχΚΠΔ στην προκαταρκτική εξέταση. Καθώς διευρύνονται οι επιτρεπόμενες στο πλαίσιό της ανακριτικές πράξεις και καθώς το συλλεγόμενο αποδεικτικό υλικό επενεργεί σημαντικά στην εξέλιξη της δίκης, η θέσπιση κύρωσης εμφανίζεται ως αδήριτη από δικαιοκρατική άποψη ανάγκη για την τήρηση της νομοτυπικότητας και δικαιότητας της διαδικασίας. Η ανάγκη αυτή τονίζεται, άλλωστε, και στο πλαίσιο των Οδηγιών 2010/64 ΕΕ, 2012/13 ΕΕ και 2013/48/ΕΕ (βλ. Η. Αναγνωστόπουλο, Δικαιώματα των κατηγορουμένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, 2017).

γ) Η πρόβλεψη απόλυτης ακυρότητας στις περιπτώσεις παραβίασης υπερασπιστικών εκφάνσεων του δικαιώματος ακρόασης. Είναι αληθές ότι η διαφοροποίηση που ενυπήρχε στο γράμμα των ρυθμίσεων αφενός του άρθρου 170 παρ. 2 και αφετέρου του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ΄ του ΚΠΔ είχε δημιουργήσει προβλήματα τόσο σε σχέση με την ορθή ερμηνεία τους όσο και σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής τους. Υπό το φως της ανωτέρω διαπίστωσης αποφασίστηκε ομόφωνα από τα μέλη της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του ΣχΚΠΔ η προώθηση μιας διαυγέστερης επίλυσης του ζητήματος στην κατεύθυνση προσθήκης αυτοτελούς παραγράφου στο άρθρο 171, που προβλέπει ότι απόλυτη ακυρότητα υπάρχει «αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που ρητά του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση». Κατά συνέπεια, στο ρυθμιστικό πεδίο της υφισταμένης διάταξης του άρθρου 170 παρ. 2 εντάσσονται μόνον οι περιπτώσεις σχετικής ακυρότητας λόγω άρνησης ή παράλειψης του δικαστηρίου να αποφανθεί για σχετική αίτηση είτε του εισαγγελέα είτε του παριστάμενου για την υποστήριξη της κατηγορίας. Η λύση αυτή δεν είναι μόνον από συστηματική άποψη ορθότερη, αλλά αντανακλά πληρέστερα την άρρηκτη σχέση του δικαιώματος υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης, αποδίδοντας την πραγματική νομική διάσταση του δικαιώματος ακρόασης ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία.

4. Οι ειδικότερες τροποποιήσεις στις διατάξεις του δεύτερου Βιβλίου περί αποδείξεων

Τα διαλαμβανόμενα στο προκείμενο δεύτερο Βιβλίο του Σχεδίου ΚΠΔ ενσωματώνουν μια σειρά τροποποιήσεων που ενσαρκώνουν τις αξιώσεις για ένα πληρέστερο και προσανατολισμένο στις σύγχρονες δικονομικές απαιτήσεις δίκαιο απόδειξης που θα είναι συνάμα συμβατό με την ευρωπαϊκή δικαιοταξία. Ένα δίκαιο που θα λαμβάνει υπόψη τις Οδηγίες της ΕΕ, όπως την Οδηγία 2010/64/ΕΕ σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία που ενσωματώθηκε στην ημέτερη έννομη τάξη με τον ν. 4236/2014, την Οδηγία 2012/13/ΕΕ για το δικαίωμα ενημέρωσης στην ποινική διαδικασία που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον ν. 4236/2014, την Οδηγία 2016/343/ΕΕ που ενσωματώθηκε στην ημέτερη έννομη τάξη με τον ν. 4596/2019, καθώς και τον Χάρτη των θεμελιωδών Ελευθεριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και τα λοιπά διεθνή κείμενα που αναδεικνύουν τις αξιακές βάσεις και τα όρια απόδειξης στο πλαίσιο μιας δικαιοκρατούμενης ποινικής δίκης. Ειδικότερα:

4.1 Γενικοί ορισμοί

Η αρχή της ηθικής απόδειξης, όπως τυποποιείται ιστορικά στο άρθρο 177 ΚΠΔ, συνιστά κεντρική αρχή που διέπει τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης. Κατά τούτο παραμένει σε περίοπτη θέση με το ίδιο εν πολλοίς γράμμα και στο ίδιο άρθρο, όπως έχει αποτυπωθεί στην ιστορική διαδρομή του. Το γράμμα του άρθρου 177 παρ. 1 ΣχΚΠΔ συνυφαίνεται με το γράμμα του άρθρου 139 ΣχΚΠΔ για την αιτιολογία, διαμορφώνοντας ένα αξιακό ζητούμενο και εν ταυτώ μια αξιακή σταθερά στο πλαίσιο της δίκης που συνδέει την πεποίθηση με την αμερόληπτη αιτιολογημένη κρίση ως αποτέλεσμα της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών και της αξιοπιστίας των αποδείξεων.

Στην ίδια κατεύθυνση παραμένει αναλλοίωτο και το γράμμα του άρθρου 177 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε αυτό με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 3674/2008, καθώς θεωρήθηκε από την Επιτροπή ότι η εν προκειμένω διαλαμβανόμενη αποδεικτική απαγόρευση αξιοποίησης όσων αποδεικτικών μέσων αποκτήθηκαν με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών αποτυπώνει ενεργή δικαιοκρατική αξίωση που δεν πρέπει να νοθευτεί. Εξ αυτού του λόγου δεν κρίθηκε σκόπιμο, ενόψει και του άρθρου 19 παρ. 3 Σ., να ενσωματωθεί στο πλαίσιο του ΣχΚΠΔ η ρύθμιση του άρθρου 65 ν. 4356/2015, η οποία επιτρέπει στις περιπτώσεις πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς τη χρήση υπό προϋποθέσεις αθέμιτων αποδεικτικών μέσων, εφόσον αυτά αφορούν σε πληροφορίες ή στοιχεία προσβάσιμα στους ανωτέρω εισαγγελείς.

Περαιτέρω, στο άρθρο 178 ΣχΚΠΔ ενσωματώθηκε το έδ. α΄ του άρθρου 179 ΚΠΔ που αφορά το απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων. Έτσι, προωθείται στο εν λόγω άρθρο αφενός η ενδεικτική απαρίθμηση και αφετέρου το απεριόριστο, ενώ κρίθηκε ότι η εξαίρεση που υπήρχε ως προς το παραδεκτό της μαρτυρικής απόδειξης επί ιδιωτικής υποχρέωσης δεν χρήζει νομοθετικής αναφοράς, καθώς διαρρυθμίζεται με βάση τους γενικούς κανόνες απόδειξης και την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων. Άλλωστε, και στο πλαίσιο του ΚΠΔ ο περιορισμός αυτός επικρινόταν σφοδρά στην επιστήμη, αφού έθετε πρόσθετα εμπόδια στην αναζήτηση της αλήθειας στην ποινική δίκη, τα οποία δεν νομιμοποιούνταν πλήρως ενόψει του χαρακτήρα της ποινικής διαδικασίας (βλ. Σχέδιον Διαγράμματος 1932, σελ. 257 επ.).

Περαιτέρω, κατ’ εφαρμογή της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ για το τεκμήριο αθωότητας (ν. 4596/2019) προβλέφθηκε στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου η διάταξη για το βάρος απόδειξης στο πλαίσιο της ποινικής δίκης. Στην κατεύθυνση αυτή διασαφηνίζεται τόσο η υποχρέωση των δικαστικών προσώπων να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορουμένου όσο και οι αυτονόητα απορρέουσες από το τεκμήριο αθωότητας αρχές της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo.

4.2 Τα καθ’ έκαστον αποδεικτικά μέσα

4.2.Α Ενδείξεις και αυτοψία

Στο Δεύτερο Κεφάλαιο που αναφερόταν στο πλαίσιο του ΚΠΔ μόνον στην αυτοψία προστέθηκε για νομοτεχνικούς λόγους το αποδεικτικό μέσο των ενδείξεων. Κατά τα λοιπά, διατυπώθηκε αυθεντικά ο παγίως χρησιμοποιούμενος στην επιστήμη ορισμός τους, ώστε να εναρμονίζεται η ενδεικτική αναφορά των αποδεικτικών μέσων στο άρθρο 178 ΣχΚΠΔ με τα άρθρα 179 επ. ΣχΚΠΔ. Καθώς, βέβαια, οι προϋποθέσεις απόκτησης των ενδείξεων ρυθμίζονται αναλυτικά στα ειδικότερα άρθρα που προωθούν τη διερευνητική διαδικασία, όπως ιδίως σε αυτά της αυτοψίας, των ερευνών και της κατάσχεσης, κρίθηκε ότι αρκεί ο εννοιολογικός προσδιορισμός των ενδείξεων και συνεπώς παρέλκει η αναφορά ειδικότερων προϋποθέσεων.

Οι διατάξεις των άρθρων 180, 181 και 182 παραμένουν εν πολλοίς αναλλοίωτες, καθώς εν πολλοίς επαναλαμβάνεται το γράμμα τους στις αντίστοιχες διατάξεις του Σχεδίου. Αναλλοίωτος παραμένει και ο όρος «αυτοψία», ενόψει της πολύχρονης εξοικείωσης του νομικού κόσμου με αυτόν, μολονότι είναι παραδεκτό ότι ο εν λόγω όρος αποδίδει μερικώς την υφή της συγκεκριμένης ανακριτικής πράξης, καθώς η διενέργειά της δεν εξικνείται στην παρατήρηση μόνον δια της οράσεως αλλά και με οποιαδήποτε άλλη αίσθηση (βλ. ήδη Διάγραμμα, σελ. 259). Στο άρθρο 180 ΣχΚΠΔ περί αυτοψίας κρίθηκε σκόπιμο να προστεθεί, ωστόσο, στην παρ. 3 αυτού, ότι «εάν η αυτοψία έγινε από το δικαστήριο ή μέλος αυτού, οι σχετικές διαπιστώσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά. Σε κάθε περίπτωση απαγορεύεται να διατυπώνονται στην έκθεση ή στα πρακτικά, όπου καταχωρείται η διενέργεια της αυτοψίας, αξιολογικές κρίσεις για την ενοχή ή την αθωότητα οποιουδήποτε προσώπου». Ευλόγως, άλλωστε, καθόσον οι όποιες αντίστοιχες αξιολογικές κρίσεις υπερβαίνουν τον ρόλο των ανακριτικών υπαλλήλων και βαρύνονται με τον κίνδυνο μεροληψίας που απορρέει από την εμπλοκή τους στην υπόθεση και την πρωιμότητα της κρίσης τους.

4.2.Β Πραγματογνώμονες και τεχνικοί σύμβουλο

Στο Τρίτο Κεφάλαιο διατηρείται η κεντρική φιλοσοφία των διατάξεων για τους πραγματογνώμονες και τους τεχνικούς συμβούλους και προωθούνται συγκεκριμένες μόνον συμπληρωματικές και διορθωτικές ρυθμίσεις, ώστε να καταστεί λειτουργικότερη και πληρέστερη υπό δικαιοκρατικό πρίσμα η εφαρμογή τους. Στη διάταξη του άρθρου 183 ΣχΚΠΔ, που επαναλαμβάνει το γράμμα της αντίστοιχης διάταξης του ΚΠΔ, προστίθεται β΄ εδάφιο που διαλαμβάνει ότι «η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται υποχρεωτικά, αν ο νόμος ρητά επιβάλλει τη διεξαγωγή της», ώστε στις εν λόγω περιπτώσεις να μην αφήνεται πεδίο αμφισβήτησης της υποχρεωτικότητάς της. Στο άρθρο 185 ΣχΚΠΔ προστίθενται στον κατάλογο των πραγματογνωμόνων και οι παιδοψυχολόγοι, ενώ το άρθρο 188 ΣχΚΠΔ επαναδιατυπώνεται, χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις, με κύρια διαφοροποίηση την πρόβλεψη της σχετικής ακυρότητας σε ξεχωριστή παράγραφο, ώστε να αναδεικνύεται η σημαντικότητα της τήρησης τόσο της νομοτυπικότητας όσο και των εξασφαλίσεων της αξιοπιστίας κατά τον διορισμό των πραγματογνωμόνων. Στα πρόσωπα που δεν μπορούν να διοριστούν πραγματογνώμονες προστίθενται τόσο όσοι αποστερήθηκαν θέσεων και αξιωμάτων κατά το άρθρο 60 ΠΚ, όσο και όσοι συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης.

Στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 192 ΣχΚΠΔ τίθεται, αντί της υποχρέωσης ανακοίνωσης των ονοματεπωνύμων των πραγματογνωμόνων από εκείνον που διόρισε τους πραγματογνώμονες στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, η υποχρέωση σε κάθε περίπτωση «έγγραφης γνωστοποίησης» των στοιχείων τους, όπως επιβάλλει η αξίωση ουσιαστικής άσκησης του δικαιώματος του εισαγγελέα και των διαδίκων, ενόψει της εξασφάλισης της αμεροληψίας και αντικειμενικότητας της πραγματογνωμοσύνης. Το άρθρο 194 τροποποιείται εν μέρει, στο βαθμό που προβλέπει μόνον έναν τύπο όρκου, τον πολιτικό δηλαδή, ώστε να εναρμονίζονται στο σύνολό τους όλες οι διατάξεις που εμπεριέχουν την υποχρέωση όρκισης στον ίδιο τύπο όρκου και να μη δοκιμάζεται το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών, καθιστάμενο όχημα για την εξυπηρέτηση των αναγκών της δίκης για εύρεση της αληθείας. Στο άρθρο 195 προστίθεται στην παρ. 2 γ΄ εδάφιο που διαλαμβάνει ότι οι πραγματογνώμονες «μπορούν επίσης να ζητήσουν διευκρινίσεις για τα ζητήματα που τους τέθηκαν», αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο εξυπηρετείται η ανάγκη ακριβέστερου καθορισμού του ερευνώμενου ζητήματος και συνακόλουθα η αρχή της οικονομίας της δίκης.

Περαιτέρω, στο άρθρο 199 ΣχΚΠΔ αντικαθίσταται ο παλαιός τίτλος του «πραγματογνωμοσύνη σε γυναίκα» με τον τίτλο «πραγματογνωμοσύνη που προσβάλλει την αξιοπρέπεια ή το αίσθημα αιδούς» και ορίζεται στην παρ. 1 αυτού ότι «κανένα πρόσωπο δεν είναι υποχρεωμένο να ανεχθεί την εξέταση του σώματός του από πραγματογνώμονα κατά τρόπο που θίγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια», ώστε να εξειδικευτεί και στην προκείμενη περίπτωση η λειτουργία της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 Σ. ως απόλυτου ορίου της επιτρεπτής δράσης των κρατικών οργάνων στο πλαίσιο της ποινικής δίκης. Αντιστοίχως, ορίζεται στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου η διαδικασία στην περίπτωση ενδεχόμενου να αισθανθεί ντροπή στο πλαίσιο της πραγματογνωμοσύνης ο οποιοσδήποτε εξεταζόμενος, καθόσον τέτοιο ενδεχόμενο είναι νοητό για κάθε φύλο. Άλλωστε, η προηγούμενη πρόβλεψη που αναφερόταν αποκλειστικά σε αιδώ της γυναίκας υπήρξε ελλειπτική και αντανακλούσε αφενός διαφορετικές συνθήκες εξέτασης από στελεχωμένες κατά το παρελθόν από άρρενες κατά κύριο λόγο υπηρεσίες και ανακριτικά γραφεία και αφετέρου διαφορετικές αντιλήψεις ως τη διάκριση των φύλων.

Ακολούθως, στο άρθρο 200 ΣχΚΠΔ, που επαναλαμβάνει το γράμμα της παλαιότερης διάταξης του ΚΠΔ, προστίθενται για λειτουργικούς λόγους παρ. 4 και 5 που παρέχουν αφενός τη δυνατότητα διενέργειας ψυχιατρικής παρατήρησης στο δημόσιο ψυχιατρείο και από πραγματογνώμονες του πίνακα του άρθρου 185 και αφετέρου τη δυνατότητα βεβαίωσης επί αδυναμίας αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου από δύο τουλάχιστον πραγματογνώμονες του πίνακα του άρθρου 185 που διορίζει το δικαστήριο. Τέλος, το μεν άρθρο 200Α ΚΠΔ περί ανάλυσης DNA αναριθμείται σε άρθρο 201 του ΣχΚΠΔ, διατηρώντας το περιεχόμενό του, τα δε άρθρα 201 και 202 ΚΠΔ περί κυρώσεων σε πραγματογνώμονες συνενώνονται και οι παρ. 1 και 2 του δεύτερου άρθρου καθίσταται παρ. 4 και 5 του άρθρου 201 ΣχΚΠΔ. Επικαιροποιούνται, επίσης, τα εκεί οριζόμενα πρόστιμα.

Καταληκτικά, στο άρθρο 204 ΣχΚΠΔ για τους τεχνικούς συμβούλους η υποχρέωση γνωστοποίησης του διορισμού πραγματογνωμόνων επεκτείνεται και στον ύποπτο και συνεπώς διευρύνεται και το πεδίο εφαρμογής της δυνατότητας διορισμού τεχνικών συμβούλων, αφού αυτή παρέχεται όχι μόνον όταν διεξάγεται ανάκριση, αλλά και όταν διεξάγεται αυτεπάγγελτη προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση. Η στόχευση της ρύθμισης αυτής είναι προφανής, αφού υλοποιεί τόσο την αξίωση ελεγξιμότητας του προϊόντος της πραγματογνωμοσύνης και εν ταυτώ και την αξίωση πληρέστερης διάγνωσης της αλήθειας σε όλες τις φάσεις της ανακριτικής διαδικασίας όσο παραλλήλως και την αξίωση ουσιαστικής άσκησης των δικαιωμάτων των διαδίκων, αλλά και του υπόπτου που σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ανακριτικού έργου τίθενται εν αμφιβόλω τα ατομικά του δικαιώματα.

4.2.Γ Μάρτυρες και διερμηνείς

Συμπληρωματικές και διορθωτικές ρυθμίσεις προωθήθηκαν και στο πλαίσιο του τέταρτου και πέμπτου Κεφαλαίου, χάριν εναρμόνισης με τις ελάχιστες εγγυήσεις δικαιοκρατικότητας και δικαιότητας της διαδικασίας. Κάποιες πρόσθετες μικρές παρεμβάσεις, εξάλλου, εξυπηρέτησαν ανάγκες νομοτεχνικές, όπως η ενσωμάτωση του γράμματος του άρθρου 210 ΚΠΔ ως παρ. 2 στη διάταξη του άρθρου 209 ΣχΚΠΔ.

Αναλυτικότερα, στο άρθρο 210 ΣχΚΠΔ που αφορά τους μη εξεταζόμενους ως μάρτυρες στο ακροατήριο προστέθηκε υπό το στοιχείο β΄ η περίπτωση όσων «έχουν παραπεμφθεί να δικαστούν για την ίδια πράξη, ωσότου αμετακλήτως κριθεί η ενοχή τους», ώστε να εξασφαλισθεί και σε αυτήν την περίπτωση η αξιοπιστία της διαδικασίας και να αποφεύγεται η λήψη ανεξέλεγκτων καταθέσεων εκ μέρους κατηγορουμένων με ίδιο συμφέρον οι οποίες ενέχουν τον κίνδυνο συσκότισης της υπόθεσης και εντεύθεν παραπλάνησης του δικαστηρίου. Άλλωστε, στις περιπτώσεις ενόρκων καταθέσεων από παραπεμφθέντες συγκατηγορουμένους για την ίδια πράξη τίθεται και ζήτημα διαδικαστικά ανεπίτρεπτης σύμπτωσης δύο ιδιοτήτων. Περαιτέρω, στο άρθρο 211 ΣχΚΠΔ που αφορά τη μαρτυρία συγκατηγορουμένου, για να τονισθεί ο εξαιρετικός χαρακτήρας της δυνατότητας λήψης υπόψη της ιδιόμορφης αυτής μαρτυρίας, προβλέπεται εν προκειμένω ότι «μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου». Έτσι, αντί της προηγούμενης διατύπωσης «δεν είναι αρκετή για την καταδίκη» που παράπεμπε ευθέως σε έναν έλεγχο της επάρκειας του αποδεικτικού αυτού μέσου και στην ανάγκη συναξιολόγησής του με άλλες αποδείξεις, προωθήθηκε η διατύπωση «δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη», ώστε να καταστεί σαφές ότι η τυχόν λήψη της συνιστά μια αποδεικτική απαγόρευση αξιοποίησης, η παραβίαση της οποίας επισύρει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω της προσβολής του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη κατ’ άρθρο 6 ΕΣΔΑ (βλ. ενδεικτικά ΕΔΔΑ, Wanner κατά Γερμανίας της 22.11.2018 αριθμ. Προσφ. 26892/12).

Στο άρθρο 212 ΣχΚΠΔ τροποποιείται στην παρ. 1 η απαρίθμηση των μη υπόχρεων για κατάθεση προσώπων και στον κατάλογο των προσώπων αυτών εντάσσονται όλα τα πρόσωπα που δεσμεύονται με επαγγελματική εχεμύθεια κατά το άρθρο 371 ΠΚ. Κατά τη νέα διατύπωση, επομένως, «η διαδικασία ακυρώνεται, αν εξεταστούν στην προδικασία ή στην κύρια διαδικασία: α) τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 371 του ΠΚ». Η ρύθμιση αυτή κρίθηκε ως σκόπιμη, ώστε να ταυτισθεί η αξίωση προστασίας που τυποποιούν τα δύο άρθρα (212 ΚΠΔ και 371 ΠΚ) σε σχέση με το ιδιωτικό απόρρητο και την εμπιστοσύνη του κοινού στο κύρος και στην εχεμύθεια ορισμένων επαγγελμάτων. Για νομοτεχνικούς λόγους και προς άρση πιθανών εσφαλμένων ερμηνειών προστέθηκε, εξάλλου, στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου εδάφιο γ΄, σύμφωνα με το οποίο «η κατά την παρ. 1 ακυρότητα επέρχεται ανεξάρτητα από το αν έγινε ή όχι η δήλωση του πρώτου εδαφίου αυτής της παραγράφου».

Περαιτέρω, στο άρθρο 213 ΣχΚΠΔ, που επαναλαμβάνει το γράμμα της ίδιας διάταξης του ΚΠΔ, προστίθεται απλώς παρ. 6 που ορίζει ότι «η κλήτευση μαρτύρων, τα στοιχεία των οποίων δεν έχουν αναγραφεί στην έκθεση κατάθεσης και έχουν λάβει κωδική ονομασία, καθώς και η κλήτευση μάρτυρα ο οποίος έχει μετεγκατασταθεί, γίνεται διαμέσου της υπηρεσίας προστασίας μαρτύρων της Ελληνικής Αστυνομίας. Η βεβαίωση της ταυτότητάς τους καθώς και η κατάθεση των ανωτέρω μαρτύρων στο ακροατήριο γίνεται μόνο με τεχνικά μέσα διαμέσου της υπηρεσίας προστασίας μαρτύρων». Αυτόδηλο είναι ότι η εν λόγω προσθήκη εξυπηρετεί την ανάγκη ένταξης στον ΚΠΔ και των ειδικώς προβλεπόμενων σε άλλους νόμους διατάξεων, ώστε να εξασφαλίζεται ζητούμενη ενότητα του νομοθετήματος. Για τον ίδιο λόγο εντάσσεται στο ΣχΚΠΔ στο άρθρο 218 η διάταξη για την προστασία μαρτύρων, η οποία θεσπίστηκε το πρώτον με το άρθρο 9 του ν. 2928/2001 για το οργανωμένο έγκλημα (βλ. Ι. Μανωλεδάκη, Ασφάλεια και ελευθερία, 2002, σελ. 178 επ.∙ Κ. Βαθιώτη, ΠοινΧρ 2001, 1045 επ.∙ Θ. Δαλακούρα, ΠοινΔικ 2004, 1166 επ.).

Στο άρθρο 219 ΣχΚΠΔ που αφορά τον όρκο των μαρτύρων στο ακροατήριο επιλέγεται η καθιέρωση ενός μόνον τύπου όρκου, ήγουν του πολιτικού όρκου, ώστε να μη δοκιμάζεται το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών, καθιστάμενο όχημα για την εξυπηρέτηση των αναγκών της δίκης για εύρεση της αληθείας. Η λύση αυτή εναρμονίζεται με τις αντίστοιχες δικονομικές διατάξεις της πλειοψηφίας των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καθιερώνουν τον άνευ θρησκευτικού χαρακτήρα όρκο στο πλαίσιο της ποινικής δίκης. Και μολονότι ο θρησκευτικός τύπος του όρκου έχει δημιουργήσει μια ευρεία παράδοση στη δικαστηριακή πρακτική της χώρας μας, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι ο όρκος του μάρτυρα ή του πραγματογνώμονα ή κάθε άλλου παράγοντα της δίκης δεν υπακούει στην ανάγκη διαδήλωσης της πίστης στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας και συνεπώς η χορήγησή του δεν εξυπηρετεί την τόνωση του θρησκευτικού συναισθήματος ούτε τη διαφύλαξή του ως αξιακού μεγέθους, αλλά προδήλως αμιγώς δικονομικές ανάγκες που «εκμεταλλεύονται» την ύπαρξη του θρησκευτικού συναισθήματος, επενδύοντας σε μια φοβική λειτουργία του θρησκευτικού όρκου. Καθώς, λοιπόν, ο όρκος του μάρτυρα αποτελεί απλώς επίσημη προς την πολιτεία υπόσχεση εκπλήρωσης μιας νόμιμης υποχρέωσης που αφορά στην έκθεση της αλήθειας (έτσι και Διάγραμμα, σελ. 269) κρίθηκε σκόπιμη η αποσύνδεσή του από οποιονδήποτε θρησκευτικό χαρακτήρα στο πλαίσιο της ποινικής δίκης.

Στις λοιπές διατάξεις του ΣχΚΠΔ για τους μάρτυρες διατηρείται εν πολλοίς το γράμμα των αντίστοιχων διατάξεων του ΚΠΔ, χωρίς να λείπουν κάποιες ειδικότερες παρεμβάσεις, όπως λ.χ. στο άρθρο 221, στο άρθρο 224 που διαλαμβάνει πλέον μια σαφή αποδεικτική απαγόρευση αξιοποίησης της κατάθεσης μάρτυρα που δεν αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του, του άρθρου 227 παρ. 2 και 3 που αναδιαμορφώνει την εξέταση των ανήλικων μαρτύρων θυμάτων προσβολής προσωπικής και γενετήσιας ελευθερίας, του άρθρου 228 παρ. 4 που διαλαμβάνει τον ειδικό τρόπο εξέτασης των μαρτύρων θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, καθώς και του άρθρου 232 για την ανακοπή λιπομαρτυρίας που μπορεί να ασκηθεί και να εκδικαστεί δια πληρεξουσίου κατ’ άρθρο 42 παρ. 2.

Το αυτό ισχύει και για τις διατάξεις για τους διερμηνείς, στις οποίες οι παρεμβάσεις προωθούν και ενσωματώσεις μεμονωμένων διατάξεων σε άλλες καθώς και αναριθμήσεις άρθρων, όπως λ.χ. στο άρθρο 233 ΣχΚΠΔ στο οποίο προστίθεται ως παρ. 4 το άρθρο 238 ΚΠΔ που επιτρέπει τον διορισμό διερμηνέα του διερμηνέα όταν η γλώσσα είναι ελάχιστα γνωστή ή στο άρθρο 235 ΣχΚΠΔ στο οποίο ενσωματώνεται η διάταξη του άρθρου 238Β ΚΠΔ για τα έξοδα διερμηνείας. Άξιο μνείας είναι ότι στο άρθρο 235 παρ. 3 ΣχΚΠΔ διαγράφεται το τελευταίο εδάφιο που προέβλεπε την επιβάρυνση του υπόπτου ή κατηγορουμένου με τα έξοδα μετάφρασης, καθώς κρίνεται ότι τούτο δεν συμβαδίζει με τις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας 2010/64/ΕΕ (βλ. σχετικά Η. Αναγνωστόπουλο, Δικαιώματα των κατηγορουμένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, 2017, σελ. 52 επ.). Εξίσου άξιο διευκρίνησης είναι σε σχέση με το άρθρο 237 παρ. 4 ΣχΚΠΔ που αφορά το δικαίωμα παραίτησης του υπόπτου ή κατηγορουμένου από το δικαίωμα μετάφρασης ότι η παραίτηση αυτή μπορεί αυτονοήτως να ανακληθεί οποτεδήποτε, οπότε ανακύπτει υποχρέωση των αρχών για μετάφραση σε κάθε επόμενο διαδικαστικό στάδιο.



Απόσπασμα Ποινικός Κώδικας Εγκλήματα κατά της Ιδιοκτησίας και κατά της Περιουσίας Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019)

Στο ένατο Κεφάλαιο τυποποιούνται τα εγκλήµατα που προσβάλλουν το νόµισµα, τα άλλα µέσα πληρωµής και τα ένσηµα. Οι ισχύουσες σήµερα διατάξεις του Ποινικού Κώδικα έχουν την ακόλουθη ιδιοτυπία: δεν είναι σύγχρονες του Ποινικού Κώδικα, αλλά έχουν «ζωή» µεγαλύτερη των 80 ετών. Κι αυτό γιατί οι ίδιες ακριβώς διατάξεις, µε ελάχιστες επουσιώδεις αποκλίσεις, θεσπίστηκαν το 1931

µε τον ν. 5016/1931, οπότε και αντικατέστησαν τις µέχρι τότε προϊσχύουσες διατάξεις των άρθρων 234-246 του Ποινικού Νόµου, σε εκπλήρωση συµβατικής υποχρέωσης της Ελλάδας, η οποία το 1929 είχε υπογράψει τη Διεθνή Σύµβαση της Γενεύης του 1929 «περί λήψεως των αναγκαίων µέτρων προς καταστολήν της παραχαράξεως και κιβδηλείας».

Η εισαγωγή όµως του ευρώ και η ανάγκη για εναρµόνιση των ευρωπαϊκών νοµοθεσιών µε απώτερο στόχο τη συµµετρική και αποτελεσµατική πάταξη της παραχάραξής του, που υλοποιήθηκε µε µια σειρά κειµένων, οδηγιών, αποφάσεων και Αποφάσεων – Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. γι’ αυτές Σ. Παύλου, Εγκλήµατα περί το νόµισµα, 2η εκδ. 2003, σ. 92 επ.), υποχρέωσε την Ελλάδα να αλλάξει άρδην τη σχετική κατάστρωση των κρίσιµων εγκληµάτων και να αναθεωρήσει το Κεφάλαιο των εγκληµάτων περί το νόµισµα, µετά και την έκδοση του ν.

2948/2001 που προσέδωσε στα ερµηνευόµενα εγκλήµατα την καταληκτική τους

µορφή (για την σχετική πορεία βλ. Σ. Παύλου, Νόµισµα, σ. 27 επ., του ίδιου, Η ποινική προστασία των µέσων πληρωµής στην Ε.Ε. Και µία νοµοτεχνική πρόταση για την ορθολογικότερη ενσωµάτωση της 2001/413/ΔΕΥ Αποφάσεως Πλαισίου «για την καταπολέµηση της απάτης και της πλαστογραφίας που αφορούν τα

µέσα πληρωµής πλην των µετρητών» στην ελληνική έννοµη τάξη, ΠοινΧρ 2010, σ. 353 επ.).

Η Σύµβαση της Γενεύης αποτέλεσε πάντως ένα πλαίσιο επί του οποίου στηρίχθηκε, πολλά έτη µετά, και η διακρατική – εναρµονισµένη ευρωπαϊκή κατάστρωση της προστασίας του ευρώ, µέσω των Κανονισµών και των Αποφάσεων

– Πλαίσιο που εκδόθηκαν, όπως και η Απόφαση – Πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ (για την ερµηνεία της βλ. Σ. Παύλου, ό.π., ΠοινΧρ 2010, σ. 353 επ. και Δ. Ζιούβα, Ποινική προστασία των µέσων πληρωµής πλην των µετρητών (απόφαση – πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ και ελληνικό ποινικό δίκαιο, σε Δούβλη / Μπώλου (επιµ), Δίκαιο προστασίας καταναλωτών, 2008, σ. 1189 επ).

Άρθρο 207 - Παραχάραξη νοµίσµατος και άλλων µέσων πληρωµής

  1. Όποιος παραποιεί ή νοθεύει νόµισµα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόµιµης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστηµα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρµόδιους φορείς,µε σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο, ή κατέχει πλαστό νόµισµα µε τον ίδιο σκοπό, τιµωρείται µε κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηµατική ποινή.
  1. Με την ίδια ποινή τιµωρείται και όποιος, µε τον ίδιο σκοπό, παραποιεί ή νοθεύει κάθε άλλο ενσώµατο µέσο, εκτός από το νόµισµα, που λόγω της ιδιαίτερης φύσης του, µόνο του ή σε συνδυασµό µε άλλο µέσο πληρωµής, επιτρέπει στον κάτοχο ή στο χρήστη του να µεταφέρει χρήµατα ή νοµισµατική αξία και προστατεύεται από την αποµίµηση ή τη δόλια χρήση µέσω σχεδιασµού, κωδικού ή υπογραφής ή άλλου πρόσφορου τρόπου, όπως πιστωτικές κάρτες, κάρτες των ευρωεπιταγών, λοιπές κάρτες εκδιδόµενες από χρηµατοπιστωτικά ιδρύµατα, ταξιδιωτικές επιταγές, ευρωεπιταγές, λοιπές επιταγές και συναλλαγµατικές.
  2. Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις µικρού αριθµού πλαστών ή µικρής φερόµενης αξίας τους, οι πράξεις των παραγράφων 1 και 2 τιµωρούνται µε φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηµατική ποινή.

Αιτιολογική έκθεση:

Διατηρήθηκε η τυποποίηση των πράξεων της πλαστοποίησης, (παραποίηση, νόθευση) και της κατοχής πλαστών νοµισµάτων οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής (παρ. 1) ή κάθε άλλο ενσώµατο µέσο µεταφοράς χρηµάτων ή νοµισµατικής αξίας, όπως πιστωτικές κάρτες, ταξιδιωτικές επιταγές, ευρωεπιταγές, λοιπές επιταγές και συναλλαγµατικές (παρ. 2) καταργουµένων των πολλαπλών επιµέρους τυποποιήσεων, που ούτως ή άλλως καλύπτονται στην έννοια της «κατοχής». Τούτο αποτελεί τη βασική µορφή του εγκλήµατος της παραχάραξης, και θεσπίζεται ως ειδικότερη αυτοτελής πράξη η πλαστοποίηση των άλλων

µέσων πληρωµής, στην εννοιολογική περιγραφή των οποίων ακολουθούνται οι προβλέψεις της ΑπόφασηςΠλαισίου 2001/413/ΔΕΥ, οπότε και καταργήθηκε το ανεπίκαιρο άρθρο 214 Π K, που εξίσωνε από πλευράς βαρύτητας και απαξίας την πλαστοποίηση του «αξιογραφικού νοµίσµατος» (για το οποίο βλ. Σ. Παύλου, Νόµισµα, σ. 12 επ.). Οι πράξεις είναι κακουργηµατικές και απειλούνται µε κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηµατική ποινή. Τέλος παραµένει ως προνοµιούχος

µορφή των εγκληµάτων που τυποποιούνται στο άρθρο 207 παρ. 1 και 2 και 208 παρ. 1, η πράξη που αφορά ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις, και ως τέτοιες ρητά πλέον από τον νόµο χαρακτηρίζονται περιπτώσεις είτε µικρού αριθµού πλαστών ή µικρής φερόµενης αξίας τους, όπως άλλωστε παγίως ερµηνευόταν η σχετική πρόβλεψη µέχρι σήµερα (παρ. 3).

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 207 - Παραχάραξη

Όποιος παραποιεί ή νοθεύει μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο, καθώς και όποιος προμηθεύεται, αποδέχεται, εισάγει, εξάγει, μεταφέρει ή κατέχει τέτοιο νόμισμα για τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή. Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή.

Άρθρο 208 - Κυκλοφορία πλαστών νοµισµάτων και άλλων µέσων πληρωµής

  1. Όποιος, εν γνώσει της πλαστότητας, θέτει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο πλαστό νόµισµα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από τον χρόνο νόµιµης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστηµα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρµόδιους φορείς, ή άλλο µέσο πληρωµής, τιµωρείται µε κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηµατική ποινή. Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις µικρού αριθµού πλαστών ή µικρής φερόµενης αξίας τους επιβάλλεται φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηµατική ποινή.
  2. Αν ο υπαίτιος ή αντιπρόσωπός του είχε δεχτεί το πλαστό νόµισµα ή άλλο µέσο πληρωµής σαν γνήσιο, επιβάλλεται φυλάκιση έως έξι µήνες ή χρηµατική ποινή. Η ίδια ποινή επιβάλλεται, αν ο υπαίτιος ενήργησε εκτελώντας εντολή εκείνου στον οποίο δόθηκε το νόµισµα ή άλλο µέσο πληρωµής σαν γνήσιο, όταν βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης µε τον εντολέα ή ζει µαζί του στην ίδια κατοικία.

Αιτιολογική έκθεση:

Ουσιαστική αποπεράτωση του εγκλήµατος του άρθρου 207 αποτελεί το έγκληµα της κυκλοφορίας πλαστών νοµισµάτων και άλλων µέσων πληρωµής και καθορίζεται ακριβέστερα ο χρόνος της πράξης, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόµιµης κυκλοφορίας του νοµίσµατος είτε κατά το διάστηµα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρµόδιους φορείς, λύση που επιλύει ασάφεια του ισχύοντος κανόνα (παρ. 1). Αν ο υπαίτιος ή αντιπρόσωπός του είχε δεχτεί το πλαστό νόµισµα ή άλλο µέσο πληρωµής σαν γνήσιο τιµωρείται µε φυλάκιση ως έξι µήνες ή χρηµατική ποινή. Η ίδια ποινή επιβάλλεται αν ο υπαίτιος ενήργησε εκτελώντας εντολή εκείνου στον οποίο δόθηκε το νόµισµα ή άλλο µέσο πληρωµής, όταν βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης µε τον εντολέα ή ζει µαζί του στην ίδια κατοικία (παρ. 2).

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 208 - Κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων

  1. Όποιος με πρόθεση θέτει σε κυκλοφορία παραχαραγμένο μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής σαν γνήσιο, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή. Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή.
  2. Αν όμως ο υπαίτιος ή αντιπρόσωπός του είχε δεχθεί το νόμισμα σαν γνήσιο, του επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή χρηματική ποινή. Η ίδια ποινή επιβάλλεται, αν ο υπαίτιος ενήργησε εκτελώντας εντολή εκείνου στον οποίο δόθηκε το νόμισμα σαν γνήσιο, όταν βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης με τον εντολέα ή ζει μαζί του στην ίδια κατοικία.

Άρθρο 208Α - Καθ’ υπέρβαση κατασκευή νοµίσµατος

Με τις ποινές της παραγράφου 1 εδάφια α΄ και β΄ του προηγούµενου άρθρου τιµωρείται και όποιος µε πρόθεση κατασκευάζει, προµηθεύεται, κατέχει ή θέτει σε κυκλοφορία νόµισµα είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόµιµης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστηµα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρµόδιους φορείς και για την κατασκευή του οποίου έχουν χρησιµοποιηθεί νόµιµες εγκαταστάσεις και υλικά, χωρίς όµως την άδεια της αρµόδιας αρχής ή καθ` υπέρβαση του σχετικού δικαιώµατος.

Αιτιολογική έκθεση:

Με τις ποινές του άρθρου 208 παρ. 1 τιµωρείται όποιος µε πρόθεση κατασκευάζει, προµηθεύεται, κατέχει ή θέτει σε κυκλοφορία νόµισµα για την κατασκευή του οποίου είχαν χρησιµοποιηθεί νόµιµες εγκαταστάσεις και υλικά, χωρίς την άδεια της αρµόδιας αρχής ή καθ΄ υπέρβαση του σχετικού δικαιώµατος.

Προϊσχύον άρθρο: Άρθρο 208Α

Όποιος με πρόθεση κατασκευάζει, προμηθεύεται, κατέχει ή θέτει σε κυκλοφορία μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας τους είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς και για την κατασκευή του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί νόμιμες εγκαταστάσεις και υλικά, χωρίς όμως την άδεια της αρμόδιας αρχής ή καθ’ υπέρβαση του σχετικού δικαιώματος, τιμωρείται με τις ποινές της παραγράφου 1 του άρθρου 208.

Άρθρο 208Β

Όποιος παράνοµα παράγει, πωλεί, εισάγει, χρησιµοποιεί ή διανέµει για πώληση ή για άλλους εµπορικούς σκοπούς µετάλλια ή µάρκες τα οποία:

α) φέρουν στην όψη τους όρους «ευρώ» ή «λεπτά ευρώ» ή το σύµβολο του ευρώ,

β) έχουν µέγεθος εντός των νόµιµων ορίων αναφοράς ή

γ) φέρουν στην όψη τους οποιοδήποτε σχέδιο που είναι παρόµοιο µε εκείνο των εθνικών εµπρόσθιων όψεων ή των κοινών οπίσθιων όψεων των κερµάτων ευρώ ή είναι πανοµοιότυπο ή παρόµοιο µε το σχέδιο της στεφάνης των κερµάτων των δύο ευρώ, τιµωρείται µε χρηµατική ποινή.

Αιτιολογική έκθεση:

Με τη διάταξη αυτή τιµωρείται µε χρηµατική ποινή όποιος παράγει, πωλεί, εισάγει ή διανέµει για πώληση ή για άλλους εµπορικούς σκοπούς µετάλλια ή µάρκες που φέρουν στην όψη τους όρους «ευρώ» ή «λεπτά ευρώ» ή το σύµβολο του ευρώ ή έχουν µέγεθος εντός των ορίων αναφοράς ή φέρουν οποιοδήποτε σχέδιο παρόµοιο µε εκείνο των εθνικών εµπρόσθιων όψεων ή των κοινών οπίσθιων όψεων των κερµάτων ευρώ ή είναι πανοµοιότυπο ή παρόµοιο µε το σχέδιο της στεφάνης των δύο ευρώ.

Άρθρο 208Γ Πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήµων

  1. Όποιος καταρτίζει πλαστά ή νοθεύει επίσηµα ένσηµα δηλωτικά αξίας µε σκοπό να τα χρησιµοποιήσει σαν γνήσια, εν γνώσει τα χρησιµοποιεί σαν γνήσια ή τα προµηθεύεται γι’ αυτόν το σκοπό ή τα προσφέρει στην αγορά ή τα εισάγει σε κυκλοφορία τιµωρείται µε φυλάκιση και χρηµατική ποινή.
  2. Όποιος εν γνώσει ξαναχρησιµοποιεί επίσηµα ένσηµα δηλωτικά αξίας, που είχαν ήδη χρησιµοποιηθεί, ή τα αποκτά µε σκοπό να τα ξαναχρησιµοποιήσει προσφέροντάς τα στην αγορά ή εισάγοντάς τα σε κυκλοφορία τιµωρείται µε χρηµατική ποινή.

Αιτιολογική έκθεση:

Στο άρθρο αυτό τυποποιείται η πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήµων, πράξη που περιγράφεται στο άρθρο 218 του ισχύοντος Π.Κ. Το συγκεκριµένο έγκληµα µεταφέρεται στο κεφάλαιο των εγκληµάτων περί το νόµισµα, γιατί συστηµατικά προσιδιάζει περισσότερο στο πεδίο των εγκληµάτων αυτών, και όχι εκείνου των εγκληµάτων περί τα υποµνήµατα, όπου εντάσσεται µέχρι σήµερα.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 218 Πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων

  1. Όποιος:

α) καταρτίζει πλαστά ή νοθεύει επίσημα ένσημα δηλωτικά αξίας, ιδίως ταχυδρομικά ή χαρτόσημα ή άλλα φορόσημα, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει σαν γνήσια,

β) εν γνώσει τα χρησιμοποιεί σαν γνήσια,

γ) τα προμηθεύεται γι’ αυτόν το σκοπό ή τα προσφέρει στην αγορά ή τα εισάγει σε κυκλοφορία τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος καταρτίζει πλαστά ή νοθεύει γνήσια προϊόντα κομίστρου των δημόσιων συγκοινωνιών (ισχύοντα εισιτήρια ή κάρτες-κουπόνια απεριορίστων διαδρομών) με σκοπό να τα προσφέρει στην αγορά ή να τα εισάγει σε κυκλοφορία εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ ή ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ.

  1. Όποιος εν γνώσει ξαναχρησιμοποιεί επίσημα ένσημα δηλωτικά αξίας, που είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί ή τα αποκτά με σκοπό να τα ξαναχρησιμοποιήσει προσφέροντάς τα στην αγορά ή εισάγοντάς τα σε κυκλοφορία τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.
  2. Όποιος με σκοπό να εκτελέσει κάποια από τις παραπάνω πράξεις κατασκευάζει, προμηθεύεται ή παραδίδει σε άλλον μέσα, σκεύη ή εργαλεία χρήσιμα για το σκοπό αυτόν τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.
  3. Το δικαστήριο διατάσσει τη δήμευση των πλαστών ενσήμων, εκείνων που έχουν ξαναχρησιμοποιηθεί και εκείνων που προορίζονται να ξαναχρησιμοποιηθούν. Μπορεί επίσης να διατάξει τη δήμευση των σκευών και εργαλείων που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και όταν δεν διώκεται ή δεν καταδικάζεται ορισμένο πρόσωπο.

Άρθρα 209 - 210

(Καταργούνται)

Αιτιολογική έκθεση:

Τα άρθρα 209 και 210 καταργούνται, διότι το έγκληµα της κιβδηλείας αναφέρεται ουσιαστικά σε µια άλλη εποχή.

Προϊσχύον άρθρο: Άρθρο 209 - Κιβδηλεία

Όποιος με κοπή, τρύπημα ή ρίνισμα ή με άλλον τρόπο ελαττώνει την εσωτερική αξία του μεταλλικού νομίσματος με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν να είχε πλήρη την εσωτερική του αξία, καθώς και εκείνος που προμηθεύεται κίβδηλο νόμισμα για τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή.

Άρθρο 210 - Κυκλοφορία κίβδηλων νομισμάτων

  1. Όποιος με πρόθεση θέτει σε κυκλοφορία νόμισμα κίβδηλο σαν να είχε πλήρη την εσωτερική του αξία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή.
  2. Αν όμως ο υπαίτιος ή ο αντιπρόσωπός του είχε δεχθεί το νόμισμα αυτό σαν γνήσιο, του επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή χρηματική ποινή. Η ίδια ποινή επιβάλλεται αν ο υπαίτιος ενήργησε εκτελώντας εντολή εκείνου στον οποίο δόθηκε το νόμισμα σαν γνήσιο, όταν βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης με τον εντολέα ή ζει μαζί του στην ίδια κατοικία.

Άρθρο 211 - Προπαρασκευαστικές πράξεις

Όποιος µε σκοπό να διαπράξει κάποιο από τα εγκλήµατα των άρθρων 207,

208Α και 208Β κατασκευάζει ή κατέχει εργαλεία, αντικείµενα, προγράµµατα ηλεκτρονικών υπολογιστών ή άλλα µέσα ειδικά προσαρµοσµένα, χρήσιµα γι’ αυτόν το σκοπό, καθώς και ολογραφήµατα ή λοιπά συστατικά στοιχεία του νοµίσµατος, τα οποία χρησιµεύουν για την προστασία από την παραχάραξη, τιµωρείται µε φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηµατική ποινή.

Αιτιολογική έκθεση:

Διατηρείται η εξαιρετική τυποποίηση συγκεκριµένων ουσιωδών προπαρασκευαστικών πράξεων, που ανάγονται σε αυτοτελές έγκληµα.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 211 - Προπαρασκευαστικές πράξεις

Όποιος με σκοπό να διαπράξει κάποιο από τα εγκλήματα των άρθρων 207 και 209 κατασκευάζει, προμηθεύεται ή κατέχει εργαλεία, αντικείμενα, προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών ή άλλα μέσα, χρήσιμα γι’ αυτόν το σκοπό, καθώς και ολογραφήματα ή λοιπά συστατικά στοιχεία του νομίσματος, τα οποία χρησιμεύουν για την προστασία από την παραχάραξη, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή.

Άρθρο 212 - Έµπρακτη µετάνοια

  1. Το αξιόποινο των πράξεων των άρθρων 207, 208, 208Α και 208Β εξαλείφεται αν ο υπαίτιος µε τη θέλησή του και πριν από κάθε κυκλοφορία ακυρώσει ή καταστρέψει τα πλαστά ή καθ΄ υπέρβαση κατασκευασθέντα πριν εξεταστεί µε οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρµόδιες αρχές.
  2. Εξαλείφεται επίσης το αξιόποινο των πράξεων του άρθρου 211 αν ο υπαίτιος καταστρέψει µε τη θέλησή του τα αντικείµενα που αναφέρονται σ’ αυτό πριν τα χρησιμοποιήσει.

Αιτιολογική έκθεση:

Διευρύνεται η πρόβλεψη ειδικής έµπρακτης µετάνοιας εφόσον ο δράστης των πράξεων παραχάραξης καταστρέψει τα πλαστά πριν από την κυκλοφορία τους και πριν εξεταστεί µε οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρµόδιες αρχές (παρ. 1). Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τις προπαρασκευαστικές πράξεις, εφόσον ο δράστης καταστρέψει τα αντικείµενα που αναφέρονται στο άρθρο 211, πριν τα χρησιµοποιήσει (παρ. 2).

Προϊσχύον άρθρο: Άρθρο 212

Απαλλάσσεται από κάθε ποινή όποιος στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου καταστρέφει με την ελεύθερη θέλησή του τα αντικείμενα που αναφέρονται σ’ αυτό πριν τα χρησιμοποιήσει.

Άρθρο 213 - Δήµευση

  1. Η δήµευση των πλαστών ή καθ’ υπέρβαση κατασκευασθέντων νοµισµάτων ή άλλων µέσων πληρωµής, των αντικειµένων του άρθρου 207, 208Α, 208Β και των πλαστών ή επαναχρησιµοποιηµένων ενσήµων διατάσσεται και αν ακόµα δεν διωχθεί και καταδικαστεί ορισµένο πρόσωπος και ανεξάρτητα από το αν αυτά ανήκουν ή όχι στον αυτουργό ή τον συµµέτοχο του εγκλήµατος.
  2. Αν όµως ο κύριος των νοµισµάτων ή του υλικού από τοοποίο κατασκευάστηκαν είναι αποδεδειγµένα αµέτοχος στην παραχάραξη ή την κιβδηλεία, τα νοµίσµατα αχρηστεύονται ως νοµίσµατα και αποδίδονται ύστερα από αυτό στον κύριο.
  3. Τα νοµίσµατα που κατάσχονται ως ύποπτα προϊόντα παραχάραξης ή κιβδηλείας, αποστέλλονται στο αντίστοιχο Εθνικό Κέντρο Ανάλυσης ή Εθνικό Κέντρο Ανάλυσης Κερµάτων Ευρώ για ανάλυση, ανίχνευση και εντοπισµό περαιτέρω προϊόντων παραχάραξης, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο µέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση κατά την ποινική διαδικασία.

Αιτιολογική έκθεση:

Θεσπίζεται ως υποχρεωτικό µέτρο ασφαλείας η δήµευση των επικίνδυνων πλαστών προϊόντων ή του κρίσιµου µηχανολογικού εξοπλισµού και αν ακόµη δεν διωχθεί και καταδικαστεί ορισµένο πρόσωπο και ανεξάρτητα από το αν αυτά ανήκουν ή όχι στον αυτουργό ή τον συµµέτοχο του εγκλήµατος.

Προϊσχύον άρθρο: Άρθρο 213 - Δήμευση

  1. Η δήμευση των παραχαραγμένων ή κίβδηλων νομισμάτων και των μέσων, σκευών και εργαλείων του άρθρου 211 διατάσσεται και αν ακόμα δεν διωχθεί και καταδικασθεί ορισμένο πρόσωπο και ανεξάρτητα από το αν αυτά ανήκουν ή όχι στον αυτουργό ή το συναίτιο της παραχάραξης ή κιβδηλείας.
  2. Αν όμως ο κύριος των νομισμάτων ή του υλικού από το οποίο κατασκευάστηκαν είναι αποδεδειγμένα αμέτοχος στην παραχάραξη ή την κιβδηλεία, τα νομίσματα αχρηστεύονται ως νομίσματα και αποδίδονται ύστερα από αυτό στον κύριο.

Άρθρα 214-215

(Καταργούνται)

Αιτιολογική έκθεση:

Τα άρθρα 214 και 215 καταργούνται, διότι το πρώτο καλύπτεται από τις νέες ρυθµίσεις και το δεύτερο, διότι ούτως ή άλλως στερείται κυρωτικού περιεχοµένου.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 214 - Τραπεζογραμμάτια και άλλοι τίτλοι που εξομοιώνονται μ’αυτά

Για την εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού εξομοιώνονται με το χαρτονόμισμα τα τραπεζογραμμάτια, οι ομολογίες που περιέχουν υπόσχεση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού, οι μετοχές, οι προσωρινοί τίτλοι μετοχών, τα τοκομερίδια, οι μερισματαποδείξεις ή οι αποδείξεις για την ανανέωση τέτοιων μερισμάτων, αν αυτοί οι τίτλοι είναι στον κομιστή και εκδόθηκαν από κάποιον που είχε το δικαίωμα να τους εκδώσει ή φαίνονται ότι εκδόθηκαν από τέτοιο πρόσωπο.

Άρθρο 214Α - Υποτροπή

Για την εφαρμογή των άρθρων 88 έως 93 του παρόντος Κώδικα στα εγκλήματα που προβλέπονται στα άρθρα 207 έως 211 κα 214, λαμβάνονται υπόψη και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, που εκδίδουν δικαστήρια των κρατών- μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 215 - Παράνομη έκδοση ανώνυμων ομολογιών

Όποιος θέτει παράνομα σε κυκλοφορία στην Ελλάδα ανώνυμες ομολογίες που περιέχουν υπόσχεση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.

Άρθρο 215Α

  1. Όποιος παράγει, πωλεί, εισάγει ή διανέμει για πώληση ή για άλλους εμπορικούς σκοπούς μετάλλια ή μάρκες τα οποία:

α) φέρουν στην όψη τους όρους ευρώ ή λεπτά ευρώ ή το σύμβολο του ευρώ,

ή

β) έχουν μέγεθος εντός των ορίων αναφοράς, όπως αυτά προσδιορίζονται

σύμφωνα με την περίπτωση στ’ του άρθρου 1 του Κανονισμού 2182/2004 του

Συμβουλίου της 6ης Δεκεμβρίου 2004 (E.E.L. 373/1/21.12.2004) ή

γ) φέρουν στην όψη τους οποιοδήποτε σχέδιο που είναι παρόμοιο με εκείνο των εθνικών εμπρόσθιων όψεων ή των κοινών οπίσθιων όψεων των κερμάτων ευρώ ή είναι πανομοιότυπο ή παρόμοιο με το σχέδιο της στεφάνης των κερμάτων των 2 ευρώ, τιμωρείται με χρηματική ποινή από ΕΥΡΩ 1.000 έως ΕΥΡΩ 20.000.

  1. Οι ανωτέρω πράξεις δεν τιμωρούνται όταν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις, που προβλέπονται στο Άρθρο 3 του πιο πάνω Κανονισμού ή έχει χορηγηθεί ειδική άδεια, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 4 του ιδίου ως άνω Κανονισμού.
  2. Με την ίδια χρηματική ποινή τιμωρούνται και όσοι συνεχίσουν να χρησιμοποιούν πέραν του τέλους του 2009 τα μετάλλια και τις μάρκες που εκδόθηκαν πριν την 21 Δεκεμβρίου 2004 και δεν πληρούν τους όρους που θεσπίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4 του Κανονισμού.

Απόσπασμα Ποινικός Κώδικας Δίκαιο Ανηλίκων Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019)

Η ειδική µεταχείριση των ανηλίκων διαµορφώθηκε µε τις ουσιώδεις νοµοθετικές ρυθµίσεις των νόµων3189/2003 και 3860/2010, µε τις οποίες εντάχθηκαν κατά βάση στην ελληνική ποινική νοµοθεσία ρυθµίσεις που ατις δικές του δυνάµεις ή εµφανίζει ουσιώδη καθυστέρη ποδίδουν τις σύγχρονες, σε διεθνές επίπεδο, αντιλήψεις σχετικά

µε τον τρόπο αντιµετώπισης των ανήλικων δραστών αξιόποινων πράξεων. Στο κεφάλαιο αυτό έχουν επέλθει σηµαντικές µεταβολές.

Άρθρο 121 - Ορισµός

  1. Στο κεφάλαιο αυτό µε τον όρο ανήλικοι νοούνται αυτοί που κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης έχουν ηλικία µεταξύ του δωδέκατου και του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας τους συµπληρωµένων.
  2. Οι ανήλικοι υποβάλλονται σε αναµορφωτικά ή θεραπευτικά µέτρα ή σε περιορισµό σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων σύµφωνα µε τις διατάξεις των επόµενων άρθρων.

Αιτιολογική έκθεση:

Ως ανήλικοι νοούνται αυτοί που κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης έχουν ηλικία µεταξύ δωδέκατου και δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας τους συµπληρωµένων (παρ. 1). Η ισχύουσα διάταξη ορίζει το κατώτερο όριο στο όγδοο έτος, αλλά νεότερες αντιλήψεις επέβαλαν να οριστεί το δωδέκατο ως κατώτατο όριο για την κινητοποίηση του µηχανισµού απονοµής της ποινικής δικαιοσύνης. Οι πράξεις ανηλίκων νεότερων των δώδεκα ετών αποτελούν αντικείµενο ενασχόλησης των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας και όχι των ποινικών δικαστηρίων. Η µεταχείριση των ανηλίκων δεν έχει ως στόχο την τιµωρία, αλλά τη διαπαιδαγώγηση και την υποστήριξή τους με στόχο την κοινωνική τους ένταξη και την αποτροπή τους από την τέλεση άλλων εγκληµατικών πράξεων.

Προϊσχύον άρθρο: Άρθρο 121 - Ορισμοί

  1. Στο κεφάλαιο αυτό με τον όρο ανήλικοι νοούνται αυτοί που, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, έχουν ηλικία μεταξύ του όγδοου και του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένων.
  2. Οι ανήλικοι υποβάλλονται σε αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα ή σε ποινικό σωφρονισμό σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων.

Άρθρο 122 - Αναµορφωτικά µέτρα

Αναµορφωτικά µέτρα είναι:

α) η επίπληξη του ανηλίκου,

β) η ανάθεση της υπεύθυνης επιµέλειας του ανηλίκου στους γονείς ή στους επιτρόπους του,

γ) η ανάθεση της υπεύθυνης επιµέλειας του ανηλίκου σε ανάδοχη οικογένεια,

δ) η ανάθεση της επιµέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε ιδρύµατα ανηλίκων ή σε επιµελητές ανηλίκων,

ε) η συνδιαλλαγή µεταξύ ανήλικου δράστη και θύµατος για έκφραση συγγνώµης και εν γένει για εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης,

στ) η αποζηµίωση του θύµατος ή η κατ’ άλλον τρόπο άρση ή µείωση των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο,

ζ) η παρακολούθηση κοινωνικών και ψυχολογικών προγραµµάτων σε κρατικούς, δηµοτικούς, κοινοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς,

η) η φοίτηση σε σχολές επαγγελµατικής ή άλλης εκπαίδευσης ή κατάρτισης,

θ) η παρακολούθηση ειδικών προγραµµάτων κυκλοφοριακής αγωγής,

ι) η παροχή κοινωφελούς εργασίας,

ια) η ανάθεση της επιµέλειας και επιτήρησης του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε επιµελητές ανηλίκων και

ιβ) η τοποθέτηση σε κατάλληλο κρατικό, δηµοτικό, κοινοτικό ή ιδιωτικό ίδρυµα αγωγής.

  1. Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο µπορεί να επιβάλει ως πρόσθετα αναµορφωτικά µέτρα επιπλέον υποχρεώσεις που αφορούν στον τρόπο ζωής του ανηλίκου ή στη διαπαιδαγώγησή του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις µπορεί να επιβάλει δύο ή περισσότερα από τα µέτρα που προβλέπονται στα στοιχεία α΄ έως και ια΄ της προηγούµενης παραγράφου.
  2. Η επιλογή του αναµορφωτικού µέτρου που πρόκειται να επιβληθεί διέπεται από την αρχή της επικουρικότητας, για την εφαρµογή της οποίας τα αναµορφωτικά µέτρα που προβλέπονται στα στοιχεία α΄- θ΄ της πρώτης παραγράφου προτάσσονται των υπολοίπων. Το περιεχόµενο και η διάρκεια κάθε µέτρου πρέπει να είναι ανάλογα προς τη βαρύτητα της πράξης που έχει τελεστεί, την προσωπικότητα του ανηλίκου και τις βιοτικές του συνθήκες. Με αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων ρυθµίζονται όλα τα θέµατα που αφορούν στην επιβολή και εκτέλεση των µέτρων της πρώτης παραγράφου.
  3. Στην απόφαση του δικαστηρίου ορίζεται η µέγιστη διάρκεια του αναµορφωτικού µέτρου.

Αιτιολογική έκθεση:

Στην παρ. 1 προβλέπονται περιοριστικώς τα αναµορ φωτικά µέσα που κλιµακώνονται από την επίπληξη του ανηλίκου έως την τοποθέτησή του σε κατάλ- ληλο ίδρυµα αγωγής. Το τελευταίο από τα προβλεπόµενα µέτρα (τοποθέτηση σε ίδρυµα αγωγής ανηλίκων) είναι το βαρύτερο, διότι αποτελεί µέτρο αναγκαστικού αποχωρισµού από το οικογενειακό, κοινωνικό και σχολικό περιβάλλον και, όπως γίνεται δεκτό, πρέπει να επιβάλλεται τότε µόνο, όταν τα υπόλοιπα αναµορφωτικά

µέτρα απέτυχαν να αποτρέψουν τον ανήλικο από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.

Στην παρ. 2 ορίζεται, ότι ως πρόσθετα αναµορφωτικά µέτρα µπορούν να επιβληθούν επιπλέον υποχρεώσεις που αφορούν στον τρόπο ζωής του ανηλίκου ή στη διαπαιδαγώγησή του και σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύο ή περισσότερα από τα µέτρα της παρ. 1, εκτός όµως της τοποθέτησης σε κατάλληλο ίδρυµα αγωγής.

Στην παρ. 3 διευκρινίζεται, ότι τα οκτώ πρώτα αναµορφωτικά µέτρα (από την επίπληξη έως την παρακολούθηση ειδικών προγραµµάτων κυκλοφοριακής αγωγής), που θεωρούνται «κύρια» προτάσσονται των υπολοίπων, που θεωρούνται

«δευτερεύοντα» (αρχή της επικουρικότητας) και πρέπει να είναι ανάλογα προς την βαρύτητα της πράξης, την προσωπικότητα του ανηλίκου και τις βιοτικές του συνθήκες (αρχή της αναλογικότητας).

Στην παρ. 4 προβλέπεται, ότι η απόφαση του δικαστηρίου ορίζει τη µέγιστη διάρκεια του αναµορφωτικού µέτρου.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 122 - Αναμορφωτικά μέτρα

  1. Αναμορφωτικά μέτρα είναι:

α) η επίπληξη του ανηλίκου,

β) η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς ή στους επιτρόπους του,

γ) η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου σε ανάδοχη οικογένεια,

δ) η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε ιδρύματα ανηλίκων ή σε επιμελητές ανηλίκων,

ε) η συνδιαλλαγή μεταξύ ανήλικου δράστη και θύματος για έκφραση συγγνώμης και εν γένει για εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης,

στ) η αποζημίωση του θύματος ή η κατ’ άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο,

ζ) η παροχή κοινωφελούς εργασίας από τον ανήλικο,

η) η παρακολούθηση από τον ανήλικο κοινωνικών και ψυχολογικών προγραμμάτων σε κρατικούς, δημοτικούς, κοινοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς,

θ) η φοίτηση του ανηλίκου σε σχολές επαγγελματικής ή άλλης εκπαίδευσης ή κατάρτισης,

ι) η παρακολούθηση από τον ανήλικο ειδικών προγραμμάτων κυκλοφοριακής αγωγής,

ια) η ανάθεση της εντατικής επιμέλειας και επιτήρησης του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε επιμελητές ανηλίκων και

ιβ) η τοποθέτηση του ανηλίκου σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό, κοινοτικό ή ιδιωτικό ίδρυμα αγωγής.

  1. Σε κάθε περίπτωση ως πρόσθετο αναμορφωτικό μέτρο μπορεί να επιβληθούν επιπλέον υποχρεώσεις που αφορούν τον τρόπο ζωής του ανηλίκου ή τη διαπαιδαγώγησή του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιβληθούν δύο ή περισσότερα από τα μέτρα που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ έως και ία’ της προηγούμενης παραγράφου.
  2. Στην απόφαση του δικαστηρίου ορίζεται η μέγιστη διάρκεια του αναμορφωτικού μέτρου.

Άρθρο 123 - Θεραπευτικά µέτρα

  1. Αν η κατάσταση του ανηλίκου απαιτεί ιδιαίτερη µεταχείριση, ιδίως αν αυτός πάσχει από ψυχική διαταραχή ή από οργανική νόσο ή βρίσκεται σε κατάσταση που του δηµιουργεί σοβαρή σωµατική δυσλειτουργία ή του έχει γίνει έξη η χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, οινοπνευµατωδών ποτών ή ναρκωτικών ουσιών και δεν µπορεί να την αποβάλει µε τις δικές του δυνάµεις ή εµφανίζει ουσιώδη καθυστέρηση στην πνευµατική και ηθική του ανάπτυξη, το δικαστήριο διατάσσει: α) την ανάθεση της υπεύθυνης επιµέλειας του ανηλίκου στους γονείς, στους επιτρόπους του ή σε ανάδοχη οικογένεια,

β) την ανάθεση της επιµέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε επιµελητές ανηλίκων,

γ) την παρακολούθηση συµβουλευτικού θεραπευτικού προγράµµατος από τον ανήλικο ή

δ) την παραποµπή του ανηλίκου σε θεραπευτικό ή άλλο κατάλληλο κατάστηµα. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις µπορεί να επιβληθούν τα µέτρα που προβλέπονται στα στοιχεία α΄ ή β΄ σε συνδυασµό µε το µέτρο που προβλέπεται στο στοιχείο γ΄.

  1. Τα θεραπευτικά µέτρα διατάσσονται ύστερα από προηγούµενη διάγνωση και γνωµοδότηση από εξειδικευµένη οµάδα ιατρών, ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, οι οποίοι κατά περίπτωση υπάγονται σε Μονάδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων ή σε ιατρικά κέντρα υγείας ή κρατικά νοσηλευτικά ιδρύµατα.

Αιτιολογική έκθεση:

Αλλαγές έχουν γίνει και στο άρθρο 123. Τα θεραπευτικά µέτρα επιβάλλονται σε ανήλικο (δώδεκα έως δέκα οκτώ ετών) όταν η κατάστασή του απαιτεί ιδιαίτερη µεταχείριση, ιδίως αν αυτός πάσχει από ψυχική διαταραχή ή από οργανική νόσο ή βρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής σωµατικής δυσλειτουργίας ή του έχει γίνει έξη η χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, οινοπνευµατωδών ποτών ή ναρκωτικών ουσιών και δεν µπορεί να την αποβάλει µε ση στην πνευµατική και την ηθική του ανάπτυξη. Τα θεραπευτικά µέτρα κλιµακώνονται από την ανάθεση της υπεύθυνης επιµέλειας στους γονείς, στους επιτρόπους ή σε ανάδοχη οικογένεια έως την παραποµπή του ανηλίκου σε θεραπευτικό ή άλλο κατάστηµα, ενώ προβλέπεται η επιβολή των δύο πρώτων σε συνδυασµό µε την παρακολούθηση συµβουλευτικού προγράµµατος (παρ. 1).

Στην παρ. 2 ορίζεται, ότι τα θεραπευτικά µέτρα διατάσσονται µετά από διάγνωση και γνωµοδότηση εξειδικευµένης οµάδας ιατρών, ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών.

Η απαρίθµηση των θεραπευτικών µέτρων γίνεται µε βάση τη βαρύτητά τους για τα έννοµα αγαθά του ανηλίκου και το βαρύτερο επιβάλλεται µόνο όταν το ηπιότερο δεν κρίνεται επαρκές για την επίτευξη του θεραπευτικού σκοπού του νόµου (αρχή της επικουρικότητας).

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 123 - Θεραπευτικά μέτρα

  1. Αν η κατάσταση του ανηλίκου απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση, ιδίως αν πάσχει από ψυχική ασθένεια ή τελεί σε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών ή από οργανική νόσο ή κατάσταση που του δημιουργεί σοβαρή σωματική δυσλειτουργία ή του έχει γίνει έξη η χρήση οινοπνευματωδών ποτών ή ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις ή εμφανίζει ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και την ηθική του ανάπτυξη, το δικαστήριο διατάσσει:

α) την ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς, στους επιτρόπους του ή στην ανάδοχη οικογένεια,

β) την ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε επιμελητές ανηλίκων,

γ) την παρακολούθηση συμβουλευτικού θεραπευτικού προγράμματος από τον ανήλικο και

δ) την παραπομπή του ανηλίκου σε θεραπευτικό ή άλλο κατάλληλο κατάστημα.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιβληθούν τα μέτρα που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ ή β’ σε συνδυασμό με το μέτρο που προβλέπεται στην περίπτωση γ’.

  1. Τα θεραπευτικά μέτρα διατάσσονται ύστερα από προηγούμενη διάγνωση και γνωμοδότηση από εξειδικευμένη ομάδα ιατρών, ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, οι οποίοι κατά περίπτωση υπάγονται σε Μονάδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή σε ιατρικά κέντρα υγείας ή κρατικά νοσηλευτικά ιδρύματα.
  2. Αν ο ανήλικος είναι χρήστης ναρκωτικών και αν η χρήση τού έχει γίνει έξη και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, το δικαστήριο πριν επιβάλει θεραπευτικά μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου διατάσσει ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη και εργαστηριακή εξέταση, σύμφωνα με το Άρθρο 13 παράγραφος 2 του Ν. 1729/1987.

Άρθρο 124 - Μεταβολή ή άρση µέτρων

  1. Το δικαστήριο που δίκασε µπορεί οποτεδήποτε να αντικαταστήσει τα αναµορφωτικά µέτρα που επέβαλε µε άλλα, αν το κρίνει αναγκαίο. Αν τα µέτρα εκπλήρωσαν το σκοπό τους, τα αίρει.
  2. Το ίδιο µπορεί να πράξει και για τα θεραπευτικά µέτρα ύστερα από γνωµοδότηση, σύµφωνα µε το άρθρο 123 παρ. 2.
  3. Το δικαστήριο αντικαθιστά τα αναµορφωτικά µέτρα µε θεραπευτικά ύστερα από γνωµοδότηση, σύµφωνα µε το άρθρο 123 παρ. 2.
  4. Η συνδροµή των προϋποθέσεων αντικατάστασης ή άρσης των αναµορφωτικών ή θεραπευτικών µέτρων ελέγχεται από το δικαστήριο το αργότερο µετά την πάροδο ενός έτους από την επιβολή τους.

Αιτιολογική έκθεση:

Στο άρθρο 124 προβλέπεται η δυνατότητα αντικατάστασης των αναµορφωτικών µέτρων µε απόφαση του δικαστηρίου που τα επέβαλε, καθώς και η άρση τους, αν έχουν εκπληρώσει τον σκοπό τους. Το ίδιο ισχύει και για τα θεραπευτικά µέτρα, εφόσον όµως υπάρχει σχετική γνωµοδότηση από τα πρόσωπα που ορίζονται στο άρθρο 123 παρ. 2. Το δικαστήριο έχει ακόµη τη δυνατότητα να αντικαταστήσει αναµορφωτικά µε θεραπευτικά µέτρα, µετά από προηγούµενη σχετική γνωµοδότηση. Τέλος, στο άρθρο επαναλαµβάνεται η ισχύουσα διάταξη, βάσει της οποίας, το δικαστήριο οφείλει να ελέγχει τη συνδροµή των προϋποθέσεων άρσης ή αντικατάστασης των αναµορφωτικών ή θεραπευτικών µέτρων το αργότερο µετά πάροδο ενός έτους από την επιβολή τους. Με τον τρόπο αυτό προσφέρεται πρόσθετη ουσιώδης εγγύηση για την επίτευξη του παιδαγωγικού σκοπού των αναµορφωτικών και θεραπευτικών µέτρων, µε κριτήριο το συµφέρον του ανηλίκου, σύµφωνα µε τη συνταγµατική πρόβλεψη για την «λήψη ειδικών µέτρων» για την προστασία της νεότητας (άρθρο 21 παρ. 3 Συντ.).

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 124 - Μεταβολή ή άρση μέτρων

  1. Το δικαστήριο που δίκασε μπορεί οποτεδήποτε να αντικαταστήσει τα αναμορφωτικά μέτρα που επέβαλε με άλλα, αν το κρίνει αναγκαίο. Αν τα μέτρα εκπλήρωσαν το σκοπό τους, τα αίρει.
  2. Το ίδιο μπορεί να πράξει και για τα θεραπευτικά μέτρα, ύστερα από γνωμοδότηση σύμφωνα με το Άρθρο 123 παρ. 2.
  3. Το δικαστήριο αντικαθιστά τα αναμορφωτικά μέτρα με θεραπευτικά, ύστερα από γνωμοδότηση, σύμφωνα με το Άρθρο 123 παράγραφος 2.

3.α.Παραλείπεται ως μη ισχύουσα.

  1. Η συνδρομή των προϋποθέσεων αντικατάστασης ή άρσης των αναμορφωτικών ή θεραπευτικών μέτρων ελέγχεται από το δικαστήριο το αργότερο μετά την πάροδο ενός έτους από την επιβολή τους.

Άρθρο 125 - Διάρκεια µέτρων

  1. Τα αναµορφωτικά µέτρα που επέβαλε το δικαστήριο παύουν αυτοδικαίως, όταν ο ανήλικος συµπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας. Το δικαστήριο µπορεί, µε ειδικά αιτιολογηµένη απόφασή του, να παρατείνει τα µέτρα έως τη συµπλήρωση του εικοστού πρώτου έτους.
  2. Τα θεραπευτικά µέτρα επιτρέπεται να παραταθούν και µετά το δέκατο όγδοο έτος ύστερα από γνωµοδότηση, σύµφωνα µε το άρθρο 123 παρ. 2, έως τη συµπλήρωση του εικοστού πρώτου έτους.

Αιτιολογική έκθεση:

Στο άρθρο αυτό αποτυπώνεται η ισχύουσα διάταξη, βάσει της οποίας, τα αναµορφωτικά µέτρα παύουν αυτοδικαίως, όταν ο ανήλικος συµπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, µε δυνατότητα του δικαστηρίου να τα παρατείνει ως τη συµπλήρωση του εικοστού πρώτου έτους, ενώ τα θεραπευτικά µέτρα επιτρέπεται να παραταθούν και µετά από το δέκατο όγδοο έτος, ύστερα από τη γνωµοδότηση του άρθρου 123 παρ. 2, ως τη συµπλήρωση του εικοστού πρώτου έτους.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 125 - Διάρκεια μέτρων

  1. Τα αναμορφωτικά μέτρα που επέβαλε το δικαστήριο παύουν αυτοδικαίως, όταν ο ανήλικος συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας. Το δικαστήριο μπορεί, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, να παρατείνει τα μέτρα, το πολύ μέχρι τη συμπλήρωση του εικοστού πρώτου έτους της ηλικίας του ανηλίκου.
  2. Τα θεραπευτικά μέτρα επιτρέπεται να παραταθούν και μετά το δέκατο όγδοο έτος, ύστερα από γνωμοδότηση, σύμφωνα με το Άρθρο 123 παράγραφος 2, το πολύ μέχρι τη συμπλήρωση του εικοστού πρώτου έτους της ηλικίας του ανηλίκου.

Άρθρο 126 - Ποινική µεταχείριση των ανηλίκων

  1. Η αξιόποινη πράξη που τελέστηκε από ανήλικο δώδεκα έως δεκαπέντε ετών δεν καταλογίζεται σε αυτόν. Το δικαστήριο µπορεί να του επιβάλει αναµορφωτικά ή θεραπευτικά µέτρα.
  2. Σε ανήλικο που τέλεσε αξιόποινη πράξη και έχει συµπληρώσει το δέκατο πέµπτο έτος της ηλικίας του επιβάλλονται επίσης αναµορφωτικά ή θεραπευτικά µέτρα, εκτός αν κρίνεται αναγκαίο να επιβληθεί περιορισµός σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων κατά το επόµενο άρθρο.

Αιτιολογική έκθεση:

Η ουσιώδης αλλαγή που επέρχεται στο άρθρο 126 αφορά το κατώτατο ηλικιακό όριο από το οποίοι αρχίζουν να έχουν ποινικό ενδιαφέρον οι πράξεις των ανηλίκων, το οποίο µετατίθεται από το όγδοο στο δωδέκατο έτος. Κατά τα λοιπά, επαναλαµβάνεται η ισχύουσα διάταξη, βάσει της οποίας, η αξιόποινη πράξη που τελείται από ανηλίκους ως δεκαπέντε ετών δεν καταλογίζεται σε αυτούς. Το δικαστήριο, όµως, αν το κρίνει αναγκαίο, µπορεί να τους επιβάλει αναµορφωτικά ή θεραπευτικά µέτρα. Σε ανηλίκους που είναι ποινικά υπεύθυνοι, έχουν δηλαδή συµπληρώσει το δέκατο πέµπτο έτος της ηλικίας τους, επιβάλλονται επίσης κατ’ αρχήν αναµορφωτικά ή θεραπευτικά µέτρα, µπορεί όµως να επιβληθεί και η στερητική της ελευθερίας ποινή του περιορισµού σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων, αν αυτό κρίνεται αναγκαίο και συντρέχουν οι όροι του άρθρου 127.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 126 - Ανήλικοι ποινικώς ανεύθυνοι

  1. Η αξιόποινη πράξη που τελέστηκε από ανήλικο οκτώ έως δεκαπέντε ετών δεν καταλογίζεται σε αυτόν.
  2. Σε ανήλικο που τέλεσε αξιόποινη πράξη χωρίς να έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του επιβάλλονται μόνο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα.
  3. Σε ανήλικο που τέλεσε αξιόποινη πράξη και έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας του επιβάλλονται αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, εκτός αν κρίνεται αναγκαίο να επιβληθεί ποινικός σωφρονισμός κατά το επόμενο άρθρο. Ειδικά το αναμορφωτικό μέτρο του άρθρου 122 παράγραφος 1 περίπτωση ιβ’ επιβάλλεται μόνο για πράξη, την οποία αν τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα.

Άρθρο 127 - Περιορισµός σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων

  1. Περιορισµός σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων επιβάλλεται µόνο σε ανηλίκους που έχουν συµπληρώσει το δέκατο πέµπτο έτος της ηλικίας τους, εφόσον η πράξη τους, αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργηµα και εµπεριέχει στοιχεία βίας ή στρέφεται κατά της ζωής ή της σωµατικής ακεραιότητας. Η απόφαση πρέπει να περιέχει ειδική και εµπεριστατωµένη αιτιολογία, από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναµορφωτικά ή θεραπευτικά µέτρα ή η έκτιση της ποινής στην κατοικία σε συνδυασµό µε τέτοια µέτρα (ΠΝΠ της 27.6.2019) δεν κρίνονται στη συγκεκριµένη περίπτωση επαρκή ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου.
  2. Στην απόφαση ορίζεται επακριβώς ο χρόνος παραµονής του ανηλίκου στο κατάστηµα αυτό, σύµφωνα µε το άρθρο 54.

Αιτιολογική έκθεση:

Στο άρθρο 127 προσδιορίζονται οι όροι υπό τους οποίους µπορεί να επιβληθεί ο περιορισµός του ανηλίκου σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων. Προβλέπεται ειδικότερα, ότι ο περιορισµός στο ειδικό κατάστηµα κράτησης επιβάλλεται

µόνο σε ανηλίκους που έχουν συµπληρώσει το δέκατο πέµπτο έτος της ηλικίας τους, εφόσον η πράξη τους αν την τελούσε ενήλικος θα είχε τον χαρακτήρα κακουργήµατος, εµπεριέχει στοιχεία βίας ή στρέφεται κατά της ζωής ή της σωµατικής ακεραιότητας. Ουσιαστικά µε τη ρύθµιση αυτή η διάταξη επανέρχεται στη

µορφή που είχε πριν από τον νόµο 4322/2015, καθώς η επιτροπή έκρινε ότι ο περιορισµός της δυνατότητας επιβολής της ποινής αυτής µόνο στα κακουργήµατα που απειλούνται µε ισόβια κάθειρξη – ενόψει µάλιστα της δραστικής µείωσής τους στο Σχέδιο – δηµιουργεί προβλήµατα στην επιβολή της κατάλληλης ποινής στους συγκεκριµένους ανηλίκους. Επιπλέον, η προσφερόµενη στην ισχύουσα διάταξη δυνατότητα επιβολής της ποινής στο έγκληµα του βιασµού που στρέφεται κατά ανηλίκου µικρότερου των δεκαπέντε ετών, δεν µπορεί να δικαιολογηθεί, αφενός γιατί υπάρχουν κακουργήµατα που είναι πιο σοβαρά από τη συγκεκριµένη πράξη και αφετέρου γιατί η ίδια αυτή πράξη δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς απαξιολογικά όταν στρέφεται κατά ανηλίκου που έχει λ.χ. µόλις συµπληρώσει το δέκατο πέµπτο έτος. Με το περιεχόµενο που έχει λάβει η συγκεκριµένη διάταξη στο Σχέδιο, συµβαδίζει µε τους Στοιχειώδεις Κανόνες των Ηνωµένων Εθνών για την Απονοµή Δικαιοσύνης σε Ανηλίκους, που είναι γνωστοί ως Κανόνες του Πεκίνου ( Standard Minimum Rules for the Administration of Juvenile Justice ή The Beijing Rules, Γενική Συνέλευση των Ηνωµένων Εθνών, Απόφαση 40/33), που προβλέπουν ρητά ότι «στέρηση της προσωπικής ελευθερίας δεν επιβάλλεται, εκτός αν ο ανήλικος κηρύχθηκε ποινικά υπεύθυνος για σοβαρή πράξη βίας κατ’ άλλου προσώπου ή για κατ’ επανάληψη τέλεση άλλων σοβαρών εγκληµάτων και αν δεν υπάρχει άλλη κατάλληλη απάντηση».

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση που επιβάλλει την ποινή πρέπει να περιέχει ειδική και εµπεριστατωµένη αιτιολογία, από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναµορφωτικά ή θεραπευτικά µέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριµένη περίπτωση επαρκή ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου, ενώ στην ίδια απόφαση πρέπει να ορίζεται επακριβώς ο χρόνος παραµονής του ανηλίκου στο ειδικό κατάστηµα κράτησης.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 127 - Ανήλικοι ποινικώς υπεύθυνοι

  1. Περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων επιβάλλεται μόνο σε ανηλίκους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας, εφόσον η πράξη τους, αν την τελούσε ενήλικος, θα ήταν κακούργημα απειλούμενο με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Η ίδια ποινή δύναται να επιβληθεί και για τις πράξεις του άρθρου 336, εφόσον τελούνται σε βάρος προσώπου νεότερου από δεκαπέντε (15) ετών. Περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων μπορεί να επιβληθεί και σε ανήλικο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας του και του έχει επιβληθεί το αναμορφωτικό μέτρο της περίπτωσης ιβ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 122, εάν μετά την εισαγωγή του στο ίδρυμα αγωγής τελέσει έγκλημα που αν το τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα. Η απόφαση πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή, λαμβανομένων κατά περίπτωση υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου.
  2. Στην απόφαση του δικαστηρίου ορίζεται επακριβώς ο χρόνος παραμονής του ανηλίκου στο ειδικό κατάστημα κράτησης νέων σύμφωνα με το Άρθρο 54.

Άρθρο 128 - Αντικατάσταση του περιορισµού σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων

  1. Ο περιορισµός σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων µπορεί να αντικατασταθεί εν όλω ή εν µέρει από την κατ’ οίκον έκτιση της ποινής, µε ανάλογη εφαρµογή του άρθρου 105 παρ. 2.
  2. Το ίδιο ισχύει για την εν µέρει αντικατάσταση του περιορισµού από την παροχή κοινωφελούς εργασίας, µε ανάλογη εφαρµογή του άρθρου 105 Α. Το δικαστήριο ορίζει το κατάλληλο για τον ανήλικο είδος κοινωφελούς εργασίας.

Αιτιολογική έκθεση

Λόγω των σοβαρών συνεπειών της ποινής του περιορισµού σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων, στη διάταξη αυτή προβλέπεται η δυνατότητα εν όλω ή εν µέρει αντικατάστασής της µε την κατ’ οίκον έκτιση της ποινής κατ’ εφαρµογή του άρθρου 105 παρ. 2 όπως και η εν µέρει αντικατάστασή της από την παροχή κοινωφελούς εργασίας, το κατάλληλο είδος της οποίας ορίζει το δικαστήριο. Η διάταξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η ποινική µεταχείριση των ανηλίκων δεν έχει κατά βάση τιµωρητικό σκοπό, αλλά κυρίως εκπαιδευτικό ή θεραπευτικό.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 128 - Πταίσματα ανηλίκων

Αν η πράξη που τέλεσε ο ανήλικος συνιστά πταίσμα, εφαρμόζονται μόνο τα αναμορφωτικά μέτρα υπό στοιχεία α’, β’ και ι’ της παραγράφου 1 του άρθρου 122.

Άρθρο 129 - Απόλυση υπό όρο

  1. Το δικαστήριο απολύει υπό όρο τον ανήλικο µετά τη λήξη του ενός δευτέρου του περιορισµού σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων και ορίζει τον χρόνο της δοκιµασίας, που δεν µπορεί να υπερβαίνει το υπόλοιπο της ποινής. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως περιορισµός που εκτίθηκε θεωρείται και αυτός που υπολογίστηκε ευεργετικά σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις.
  2. Η απόλυση υπό όρο χορηγείται οπωσδήποτε, εκτός αν κριθεί µε ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του ανηλίκου κατά την έκτιση του περιορισµού καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του, για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων.
  3. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, η διεύθυνση του καταστήµατος στο οποίο κρατείται ο ανήλικος υποβάλλει αίτηση προς το Τριµελές Δικαστήριο Ανηλίκων στο Πληµµελειοδικείο του τόπου όπου εκτίεται ο περιορισµός µαζί µε έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας του καταστήµατος δύο µήνες πριν συµπληρωθεί η έκτιση του ενός δευτέρου του περιορισµού που επιβλήθηκε. Ο ανήλικος κλητεύεται υποχρεωτικά δέκα τουλάχιστον ηµέρες πριν από τη συνεδρίαση του δικαστηρίου, κατά την οποία µπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή να εκπροσωπηθεί από συνήγορο που διορίζει µε απλό έγγραφο θεωρηµένο, ως προς το γνήσιο της υπογραφής, από το διευθυντή του καταστήµατος κράτησης, από δικηγόρο ή από τις αρµόδιες αρχές. Αν η αίτηση για απόλυση υπό όρο δε γίνει δεκτή, νέα αίτηση µπορεί να υποβληθεί µετά δύο µήνες από την απόρριψη, εκτός αν υπάρξουν νέα στοιχεία.
  4. Η απόλυση υπό όρο µπορεί να χορηγηθεί και πριν από την έκτιση του ενός δευτέρου του περιορισµού που επιβλήθηκε, µόνο για σπουδαίους λόγους και εφόσον έχει εκτιθεί πραγµατικά το ένα τρίτο αυτού.
  5. Στον απολυόµενο µπορεί να επιβληθούν κατά τη διάρκεια του χρόνου δοκιµασίας υποχρεώσεις που αφορούν στον τρόπο ζωής του και ιδίως στον τόπο διαµονής, στη διαπαιδαγώγηση ή την παρακολούθηση εγκεκριµένου από το νόµο θεραπευτικού προγράµµατος απεξάρτησης από ναρκωτικές ή άλλες ουσίες. Αν ο απολυόµενος παραβιάσει τους όρους που του έχουν επιβληθεί, η απόλυση µπορεί να ανακληθεί, όταν πιθανολογείται ότι ενόψει της βαρύτητας της παράβασης των υποχρεώσεών, του τρόπου και των εν γένει συνθηκών που αυτή συντελέσθηκε, δεν παρέχει ο ανήλικος την προσδοκία ότι στο µέλλον θα τηρήσει τις υποχρεώσεις του. Σε περίπτωση ανάκλησης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή.
  6. Αν ο απολυόµενος κατά το χρόνο δοκιµασίας καταδικασθεί για πράξη που αν τελούσε ενήλικος θα χαρακτηριζόταν ως κακούργηµα ή πληµµέληµα από δόλο, η απόλυση αίρεται και εφαρµόζεται το άρθρο 132.
  7. Αν µετά την απόλυση παρέλθει ο χρόνος δοκιµασίας τον οποίο όρισε η απόφαση χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή θεωρείται ότι εκτίθηκε.

Αιτιολογική έκθεση:

Το άρθρο 129 αναφέρεται στον θεσµό της υπό όρους απόλυσης των ανηλίκων που εκτίουν ποινή περιορισµού σε ειδικό κατάστηµα κράτησης. Όπως και στο επίπεδο απειλής της ποινής, έτσι και στο επίπεδο της έκτισής της είναι προφανές ότι η µεταχείριση του ανηλίκου όχι µόνο δεν µπορεί να είναι δυσµενέστερη, αλλά αντίθετα πρέπει να είναι, κατά κανόνα τουλάχιστον, επιεικέστερη από εκείνη των ενηλίκων. Στο πλαίσιο της γενικής αυτής αρχής, ορίζεται στο άρθρο αυτό, ότι το δικαστήριο απολύει υπό όρο τον ανήλικο σε κάθε περίπτωση µετά τη λήξη του ενός δεύτερου του περιορισµού σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων και ορίζει το χρόνο της δοκιµασίας, που δεν µπορεί να υπερβαίνει το υπόλοιπο του περιορισµού που επιβλήθηκε. Με δεδοµένο ότι ο ανήλικος µπορεί να περιοριστεί σε ειδικό κατάστηµα µόνο για πράξεις που αν τελούνταν από ενήλικο θα ήταν κακουργήµατα, για τα οποία απαιτείται παραµονή στο κατάστηµα κράτησης

µέχρι την ολοκλήρωση των τριών πέµπτων της ποινής, η µεταχείριση των ανηλίκων κατά την έκτιση της ποινής τους παραµένει ευνοϊκότερη αυτής των ενηλίκων, όπως απαιτεί η αρχή της αναλογικότητας (παρ. 1). Με βάση την παρ. 2, η απόλυση υπό όρο των ανηλίκων όπως άλλωστε και των ενηλίκων χορηγείται οπωσδήποτε, εκτός αν κριθεί µε ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του ανηλίκου κατά την έκτιση του περιορισµού καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του, για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων.

Στην παρ. 3 προβλέπεται ότι για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ο ανήλικος υποβάλλει αίτηση προς το Τριµελές Δικαστήριο Ανηλίκων στο Πληµµελειοδικείο του τόπου όπου εκτίεται ο περιορισµός µαζί µε έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας του καταστήµατος δύο µήνες πριν συµπληρωθεί η έκτιση του ενός δευτέρου του περιορισµού που επιβλήθηκε. Ο ανήλικος κλητεύεται υποχρεωτικά και µπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή να εκπροσωπηθεί από συνήγορο. Αν η αίτηση για απόλυση υπό όρο δε γίνει δεκτή, νέα αίτηση µπορεί να υποβληθεί µετά από δύο µήνες από την απόρριψη, εκτός αν υπάρξουν νέα στοιχεία.

Κατά την παρ. 4 του άρθρου, η απόλυση υπό όρο µπορεί να χορηγηθεί και πριν από την έκτιση του ενός δευτέρου του περιορισµού στο ειδικό κατάστηµα κράτησης, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος και έχει εκτιθεί πραγµατικά το ένα τρίτο αυτού. Στην παρ. 5 ορίζεται, ότι στον απολυόµενο µπορεί να επιβληθούν υποχρεώσεις που αφορούν στον τρόπο της ζωής του κατά τον χρόνο της δοκιµασίας και ιδίως στον τόπο διαµονής του, στη διαπαιδαγώγηση ή την παρακολούθηση θεραπευτικού προγράµµατος απεξάρτησης από ναρκωτικές ή άλλες ουσίες. Αν ο απολυόµενος παραβιάσει τους όρους που του επιβλήθηκαν, η απόλυση µπορεί να ανακληθεί, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο αυτή. Αν, ο απολυόµενος κατά το χρόνο της δοκιµασίας του καταδικαστεί για κακούργηµα ή πληµµέληµα από δόλο, η απόλυση αίρεται και εφαρµόζεται το άρθρο 132 (παρ. 6). Στην παρ. 7, τέλος, ορίζεται, ότι αν µετά την απόλυση παρέλθει ο χρόνος δοκιµασίας χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή θεωρείται ότι εκτίθηκε.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 129 - Απόλυση υπό όρο

  1. Με τη λήξη του ημίσεος της ποινής του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, η οποία έχει επιβληθεί, το δικαστήριο απολύει τον ανήλικο, κατά τα οριζόμενα παρακάτω. Στην απόφαση για την απόλυση υπό όρο ορίζεται ο χρόνος της δοκιμασίας, που δεν μπορεί να υπερβαίνει το υπόλοιπο της ποινής.
  2. Η απόλυση υπό όρο χορηγείται οπωσδήποτε, εκτός αν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του ανηλίκου κατά την έκτιση της ποινής καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του, για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης η διεύθυνση του καταστήματος στο οποίο κρατείται ο ανήλικος υποβάλλει αίτηση μαζί με έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας του καταστήματος μόλις συμπληρωθεί η έκτιση του ημίσεος της επιβληθείσας ποινής. Ο ανήλικος κλητεύεται υποχρεωτικά δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του δικαστηρίου, κατά την οποία μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή να εκπροσωπηθεί από συνήγορο που διορίζει με απλό έγγραφο θεωρημένο, ως προς το γνήσιο της υπογραφής, από τον διευθυντή του καταστήματος κράτησης, δικηγόρο ή τις αρμόδιες αρχές.
  3. Η απόλυση υπό όρο μπορεί να χορηγηθεί και πριν από την έκτιση του ημίσεος της ποινής που έχει επιβληθεί, μόνο για σπουδαίους λόγους και εφόσον έχει εκτιθεί πραγματικά το ένα τρίτο αυτής.
  4. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται και αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Η απόλυση υπό όρο δεν μπορεί να χορηγηθεί, αν ο ανήλικος δεν έχει παραμείνει σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα τρίτο της ποινής που έχει επιβληθεί.
  5. Στον απολυόμενο μπορεί να επιβληθούν κατά τη διάρκεια του χρόνου δοκιμασίας του υποχρεώσεις που αφορούν τον τρόπο ζωής του και ιδίως τον τόπο διαμονής, τη διαπαιδαγώγηση ή την παρακολούθηση εγκεκριμένου από το νόμο θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής απεξάρτησης από ναρκωτικές ή άλλες οινοπνευματώδεις ουσίες. Στον αλλοδαπό απολυόμενο μπορεί να διαταχθεί και η απέλαση του στη χώρα από την οποία προέρχεται, εκτός αν η οικογένειά του διαμένει νομίμως στην Ελλάδα ή η απέλασή του είναι ανέφικτη. Αν ο απολυόμενος παραβιάσει τους όρους εφαρμόζεται αναλογικώς το Άρθρο 107.
  6. Αν ο απολυόμενος κατά το χρόνο δοκιμασίας του καταδικασθεί για κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο, η απόλυση αίρεται και εφαρμόζεται το Άρθρο 132.
  7. Αν μετά την απόλυση παρέλθει ο χρόνος δοκιμασίας τον οποίο όρισε η απόφαση χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή θεωρείται ότι εκτίθηκε.
  8. Αρμόδιο για την απόλυση του ανηλίκου και την ανάκληση της υπό όρο απόλυσης είναι το Τριμελές Δικαστήριο Ανηλίκων στο Πλημμελειοδικείο του τόπου όπου εκτίεται ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων.
  9. Αν ανήλικος κατά τη διάρκεια του περιορισμού του σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων για έγκλημα του άρθρου 5 του Ν. 1729/1987, όπως ισχύει, ή για έγκλημα που φέρεται ότι τελέστηκε για να διευκολυνθεί η χρήση ναρκωτικών ουσιών, παρακολούθησε επιτυχώς εγκεκριμένο συμβουλευτικό πρόγραμμα και υπάρχει δήλωση από τον υπεύθυνο αναγνωρισμένου προγράμματος ψυχικής απεξάρτησης ότι γίνεται δεκτός σε αυτό, η παρακολούθηση αυτή συνιστά σπουδαίο λόγο για πρόωρη απόλυση υπό όρο με την έννοια της παραγράφου 3. Οι υπεύθυνοι του εκτός καταστήματος προγράμματος ψυχικής απεξάρτησης έχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν ανά δίμηνο τη δικαστική αρχή για τη συνεπή παρακολούθηση του προγράμματος από τον εν λόγω ανήλικο ή για την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος και χωρίς καθυστέρηση για την αδικαιολόγητη διακοπή της παρακολούθησής του. Στην περίπτωση διακοπής ανακαλείται η υπό όρο απόλυση.
  10. Αν η αίτηση για απόλυση υπό όρο δεν γίνει δεκτή, νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά δύο μήνες από την απόρριψη, εκτός αν υπάρξουν νέα στοιχεία.

Άρθρο 129Α - Απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισµού µε ηλεκτρονική επιτήρηση

  1. Ανήλικοι οι οποίοι καταδικάσθηκαν σε ποινή περιορισµού σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων, µπορούν, µετά από αίτησή τους, να απολυθούν υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισµού µε ηλεκτρονική επιτήρηση, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 284 Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας, εφόσον έχουν εκτίσει το ένα τρίτο της ποινής τους. Η αίτηση συνοδεύεται από έκθεση της Κοινωνικής Υπηρεσίας του καταστήµατος κράτησης και έκθεση της Υπηρεσίας Επιµελητών Ανηλίκων, όπου γίνεται ειδική µνεία στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον του καταδικασθέντος, µε ιδιαίτερη αναφορά στις σχέσεις του µε τα πρόωπα µε τα οποία ενδέχεται να συνοικήσει εάν του χορηγηθεί η απόλυση. Οι παρ. 2 και 3 εδ. β΄ και γ΄ του άρθρου 129 εφαρµόζονται και στην περίπτωση αυτή.
  2. Ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά κατά τις ισχύουσες διατάξεις. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισµού µε ηλεκτρονική επιτήρηση δεν µπορεί πάντως να χορηγηθεί, αν ο ανήλικος δεν έχει παραµείνει στο κατάστηµα για χρονικό διάστηµα ίσο µε το ένα πέµπτο της ποινής του.
  3. Η παρ. 6 του άρθρου 110 Α έχει και στην περίπτωση αυτή εφαρµογή.
  4. Το ίδιο ισχύει και για την παρ. 5 του άρθρου 129. Αν η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισµού µε ηλεκτρονική επιτήρηση ανακληθεί, ο ανήλικος διατηρεί το δικαίωµα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 129.
  5. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισµού µε ηλεκτρονική επιτήρηση αίρεται αν ο ανήλικος, κατά το χρονικό διάστηµα που διαρκεί η εν λόγω απόλυση, τελέσει µε δόλο πράξη που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν πληµµέληµα, για την οποία καταδικάστηκε οποτεδήποτε αµετακλήτως. Στην περίπτωση αυτή, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο ανήλικος διατηρεί το δικαίωµα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 129.
  6. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισµού µε ηλεκτρονική επιτήρηση αίρεται αν ο ανήλικος, όσο διαρκεί η εν λόγω απόλυση τελέσει πράξη που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργηµα, για την οποία καταδικάστηκε οποτεδήποτε αµετακλήτως. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή και ο ανήλικος αποκτά το δικαίωµα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 129, αφού παραµείνει στο ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων ένα επιπλέον έτος σε σχέση µε τα οριζόµενα στο άρθρο 129 παρ. 1 και 4. Το ίδιο ισχύει αν, κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αµετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί η απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 129, χωρίς όµως να έχει παρέλθει το χρονικό διάστηµα που αναφέρεται στο άρθρο 129 παρ. 7. Δεν εφαρµόζεται το προηγούµενο εδάφιο, αν κατά τον χρόνο που κατέστη η καταδίκη αµετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί η απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 129 χωρίς να έχει ανακληθεί, µε αποτέλεσµα να θεωρείται η ποινή για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση ήδη εκτιθείσα κατά τα οριζόµενα στο άρθρο 129 παρ. 7.
  7. Η παρ. 7 του άρθρου 129 ισχύει και στην περίπτωση αυτή.

Αιτιολογική έκθεση:

Στη διάταξη αυτή επαναλαµβάνεται το ισχύον άρθρο 129Α, που αναγνωρίζει στους ανήλικους το δικαίωµα να ζητήσουν την απόλυσή τους από το ειδικό κατάστηµα κράτησης υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισµού µε ηλεκτρονική επιτήρηση.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 129Α - Απόλυση ανηλίκων υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση

  1. Ανήλικοι οι οποίοι καταδικάσθηκαν σε ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, μπορούν, κατόπιν αιτήσεώς τους, να απολυθούν υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, όπως αυτός ορίζεται στο Άρθρο 283Α Κ.Π.Δ., εφόσον έχουν εκτίσει το 1/3 της ποινής τους. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται με έκθεση της Κοινωνικής Υπηρεσίας του καταστήματος κράτησης και έκθεση της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων. Στις εκθέσεις αυτές γίνεται ειδική μνεία στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον του καταδίκου, με ιδιαίτερη αναφορά στις σχέσεις του με τα πρόσωπα με τα οποία ενδέχεται να συνοικήσει εάν του χορηγηθεί η απόλυση αυτή. Ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά κατά τις ισχύουσες διατάξεις.
  2. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση δεν μπορεί να χορηγηθεί, αν ο ανήλικος δεν έχει παραμείνει σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα πέμπτο (1/5 ) της ποινής του.
  3. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση μπορεί να ανακληθεί, όταν ο ανήλικος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν και πιθανολογείται ότι ενόψει της βαρύτητας της παράβασης των υποχρεώσεών του, του τρόπου και των εν γένει συνθηκών που αυτή συντελέσθηκε, δεν παρέχει την προσδοκία ότι στο μέλλον θα τηρήσει τις υποχρεώσεις του. Σε περίπτωση ανάκλησης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο ανήλικος διατηρεί το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ Άρθρο 129.
  4. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση αίρεται, όταν ο ανήλικος, κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί η εν λόγω απόλυση, τελέσει από δόλο πράξη που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν πλημμέλημα για την οποία καταδικάστηκε οποτεδήποτε αμετακλήτως. Σε περίπτωση άρσης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο ανήλικος διατηρεί το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ Άρθρο 129.
  5. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση αίρεται, όταν ο ανήλικος, κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί η εν λόγω απόλυση τελέσει πράξη που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα για την οποία καταδικάστηκε οποτεδήποτε αμετακλήτως. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή και ο ανήλικος αποκτά το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ Άρθρο 129, αφού παραμείνει στο ειδικό κατάστημα κράτησης νέων ένα επιπλέον έτος σε σχέση με τα οριζόμενα στο Άρθρο 129 παράγραφοι 1 και 4. Δεν εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο, εάν κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί η απόλυση υπό όρο κατ’ Άρθρο 129 χωρίς να έχει ανακληθεί, με αποτέλεσμα να θεωρείται η ποινή για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση ήδη εκτιθείσα κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 129 παράγραφος 7. Εάν κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί η απόλυση υπό όρο κατ’ Άρθρο 129, χωρίς όμως να έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο Άρθρο 129 παράγραφος 7, τότε αίρεται η χορηγηθείσα απόλυση κατ’ Άρθρο 129 και ο κατάδικος αποκτά το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ Άρθρο 129, αφού παραμείνει στο ειδικό κατάστημα κράτησης νέων ένα επιπλέον έτος σε σχέση με τα οριζόμενα στο Άρθρο 129 παράγραφοι 1 και 4.
  6. Αντίστοιχα ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 110Β παράγραφοι 3 και 7, 110Γ παράγραφος 1 εδάφιο τρίτο και παράγραφος 3 εδάφιο τρίτο, 129 παράγραφος 2 εδάφιο πρώτο και τρίτο, παράγραφος 4 εδάφιο πρώτο, παράγραφος 5 εδάφιο πρώτο, παράγραφοι 8 και 10.

Άρθρο 130 - Εκδίκαση µετά τη συµπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους

  1. Η διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εφαρµόζεται και για ανηλίκους που τέλεσαν αξιόποινη πράξη πριν τη συµπλήρωση του δέκατου πέµπτου έτους και εισάγονται σε δίκη µετά τη συµπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους. Στην περίπτωση αυτή τα αναµορφωτικά µέτρα παύουν αυτοδικαίως όταν ο υπαίτιος συµπληρώσει το εικοστό πέµπτο έτος της ηλικίας του.
  2. Η διάταξη του άρθρου 127 παρ. 1 εφαρµόζεται και για τους ανηλίκους που τέλεσαν αξιόποινη πράξη µετά τη συµπλήρωση του δέκατου πέµπτου έτους της ηλικίας τους και εισάγονται σε δίκη µετά τη συµπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους. Το εδ. β΄ της προηγούµενης παραγράφου ισχύει και στην περίπτωση αυτή.
  3. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή αναµορφωτικών ή θεραπευτικών µέτρων δεν είναι επαρκής και ότι ο περιορισµός σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων, µολονότι αναγκαίος για τον ποινικό σωφρονισµό του καταδικασθέντος, δεν είναι πλέον σκόπιµος λόγω της ηλικίας του, µπορεί να διατάξει την έκτιση της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστηµα. Στην περίπτωση αυτή ο καταδικασθείς κρατείται χωριστά από τους άλλους ενήλικους καταδίκους.
  4. Την απόφαση αυτή µπορεί να λάβει το δικαστήριο του τόπου έκτισης της ποινής και µετά τον εγκλεισµό στο ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων, ύστερα από αίτηση της διεύθυνσης του καταστήµατος ή του αρµόδιου εισαγγελέα, µετά από ακρόαση των ανωτέρω και του καταδικασθέντος. Όταν ο καταδικασθείς συµπληρώνει το 21ο έτος της ηλικίας του, και στη συνέχεια ανά έτος, το ίδιο δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει περίπτωση έκτισης της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστηµα.

Αιτιολογική έκθεση:

Με το άρθρο αυτό συµπληρώνεται η ισχύουσα διάταξη, καθώς καλύπτονται και οι περιπτώσεις που ο ανήλικος έχει τελέσει αξιόποινη πράξη πριν από το δέκατο πέµπτο έτος, αλλά δικάζεται µετά τη συµπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους. Στην περίπτωση αυτή, σύµφωνα µε την πρώτη παράγραφο του άρθρου, επιβάλλονται σε αυτόν µόνο αναµορφωτικά ή θεραπευτικά µέτρα, τα οποία παύουν αυτοδικαίως όταν ο υπαίτιος συµπληρώσει το εικοστό πέµπτο έτος της ηλικίας του. Με ανάλογο τρόπο αντιµετωπίζονται και οι ανήλικοι που τέλεσαν την αξιόποινη πράξη µετά τη συµπλήρωση του δέκατου πέµπτου έτους της ηλικίας τους και εισάγονται σε δίκη µετά τη συµπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους. Και στην περίπτωση αυτή, ως πρώτη επιλογή του δικαστηρίου, ορίζεται η επιβολή των αναµορφωτικών ή θεραπευτικών µέτρων, τα οποία επίσης παύουν αυτοδικαίως µόλις ο υπαίτιος συµπληρώσει το εικοστό πέµπτο έτος της ηλικίας του.

Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή αναµορφωτικών ή θεραπευτικών µέτρων δεν είναι επαρκής και ότι ο περιορισµός σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων, µολονότι αναγκαίος, δεν είναι πλέον σκόπιµος λόγω της ηλικίας του καταδικασθέντος, µπορεί να διατάξει την έκτιση της ποινής που έχει επιβληθεί σε σωφρονιστικό κατάστηµα.

Στην περίπτωση αυτή ο καταδικασθείς κρατείται χωριστά από άλλους ενήλικους καταδίκους. Την απόφαση αυτή µπορεί να λάβει το δικαστήριο και µετά τον εγκλεισµό του ανηλίκου στο ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων ύστερα από αίτηση της διεύθυνσης του καταστήµατος ή του αρµόδιου εισαγγελέα, µετά από ακρόασή τους και αφού ακούσει και τον καταδικασθέντα. Όταν ο καταδικασθείς συµπληρώνει το 21ο έτος της ηλικίας του, και στη συνέχεια ανά έτος, το ίδιο δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει περίπτωση έκτισης της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστηµα.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 130 - Εκδίκαση μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους

  1. Η διάταξη του άρθρου 127 παρ. 1 εφαρμόζεται και για τους ανηλίκους που τέλεσαν αξιόποινη πράξη μετά τη συμπλήρωση του δέκατου πέμπτου (15ου) έτους της ηλικίας τους και εισάγονται σε δίκη μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου (18ου) έτους. Στην περίπτωση αυτή τα αναμορφωτικά μέτρα παύουν αυτοδικαίως όταν ο υπαίτιος συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του. Στην περίπτωση ιβ’ της παρ. 1 του άρθρου 122 το αναμορφωτικό μέτρο παύει αυτοδικαίως, όταν ο υπαίτιος συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή αναμορφωτικών ή θεραπευτικών μέτρων δεν είναι επαρκής και ότι ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, μολονότι αναγκαίος δεν είναι πλέον σκόπιμος, μπορεί να επιβάλει την ποινή που προβλέπεται για την πράξη που τελέστηκε, ελαττωμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83.
  2. Οι στερητικές της ελευθερίας ποινές που επιβλήθηκαν σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο δεν συνεπάγονται σε καμία περίπτωση τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ή την παραπομπή σε κατάστημα εργασίας.
  3. Κατά γενικό κανόνα οι κατάδικοι αυτοί κρατούνται χωριστά από άλλους ενήλικους καταδίκους.

Άρθρο 131 - Έναρξη εκτέλεσης της απόφασης µετά τη συµπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους

  1. Αν ο καταδικασθείς σε περιορισµό σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων συµπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του πριν αρχίσει η εκτέλεση της απόφασης, το δικαστήριο που δίκασε, αν κρίνει ότι ο περιορισµός αυτός δεν είναι πλέον σκόπιµος λόγω της ηλικίας του καταδικασθέντος, µπορεί να διατάξει την έκτιση της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστηµα.
  2. Οι παράγραφοι 3 εδ. β΄ και 4 του προηγούµενου άρθρου ισχύουν και στην περίπτωση αυτή.

Αιτιολογική έκθεση:

Σε αρµονία µε τις διατάξεις του άρθρου 130, το άρθρο 131 ορίζει ότι, αν ο καταδικασθείς σε περιορισµό σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων συµπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος πριν αρχίσει η εκτέλεση της απόφασης, το δικαστήριο που δίκασε αποφασίζει να διατάξει την έκτιση της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστηµα αν κρίνει, ότι ο περιορισµός αυτός δεν είναι πλέον σκόπιµος λόγω της ηλικίας του.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 131 - Έναρξη εκτέλεσης της απόφασης μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους

  1. Αν ο καταδικασμένος σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, πριν αρχίσει η εκτέλεση της απόφασης, το δικαστήριο που δίκασε, αν κρίνει ότι ο περιορισμός αυτός δεν είναι σκόπιμος, μπορεί να τον αντικαταστήσει με την ποινή που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο.

2.Παραλείπεται ως μη ισχύουσα.

  1. Οι παράγραφοι 2 και 3 του προηγούμενου άρθρου ισχύουν και στις περιπτώσεις του άρθρου αυτού.

Άρθρο 132 - Συρροή

  1. Αν ο κρατούµενος σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων διαπράξει αξιόποινη πράξη πριν συµπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του ή αν συντρέξει άλλη περίπτωση συρροής κατά το άρθρο 97, το δικαστήριο επαυξάνει την ποινή που είχε καθορίσει µε την προηγούµενη απόφασή του χωρίς να υπερβεί τα όρια του άρθρου 54.
  2. Το ίδιο ισχύει αν ο κρατούµενος σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων διαπράξει αξιόποινη πράξη µετά τη συµπλήρωση του δέκατου όγδοου και πριν από τη συμπλήρωση του εικοστού πέµπτου έτους της ηλικίας του και το δικαστήριο του επιβάλει περιορισµό σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων, κατ’ εφαρµογή του άρθρου 133 παρ. 1 στοιχείο α΄ 133 περίπτ. α΄ (ΠΝΠ της 27.6.2019) ή ποινή φυλάκισης.
  3. Αν ο κρατούµενος σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων διαπράξει κακούργηµα µετά τη συµπλήρωση του δέκατου όγδοου και πριν από τη συµπλήρωση του εικοστού πέµπτου έτους της ηλικίας του, για το οποίο του επιβάλλεται ποινή κάθειρξης, κατ’ εφαρµογή του άρθρου 133 στοιχείο β΄, το δικαστήριο επιβάλλει συνολική ποινή κάθειρξης επαυξηµένη. Η επαύξηση δεν µπορεί να είναι κατώτερη από το ένα δεύτερο της ποινής που είχε καθορίσει η προηγούµενη απόφαση του δικαστηρίου. Κατά τα λοιπά εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1.

Αιτιολογική έκθεση:

Στο άρθρο αυτό ορίζεται ο τρόπος αντιµετώπισης προβληµάτων συρροής όταν ο κρατούµενος σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων διαπράξει νέα αξιόποινη πράξη και επέρχονται ουσιώδεις αλλαγές στην ισχύουσα διάταξη, λαµβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των ατόµων µετεφηβικής και νεαρής ηλικίας. Στο άρθρο διακρίνονται τρεις επιµέρους περιπτώσεις:

α) Αν ο κρατούµενος σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων διαπράξει νέα αξιόποινη πράξη πριν συµπληρώσει το δέκατο όγδοο της ηλικίας του ή συντρέξει άλλη περίπτωση συρροής κατά το άρθρο 97, το δικαστήριο επαυξάνει την ποινή που είχε καθορίσει µε την προηγούµενη απόφασή του χωρίς να υπερβεί τα όρια του άρθρου 54.

β) Αν ο κρατούµενος σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων διαπράξει αξιόποινη πράξη µετά τη συµπλήρωση του δέκατου όγδοου και πριν από τη συµπλήρωση του εικοστού πέµπτου έτους της ηλικίας του και το δικαστήριο του επιβάλει περιορισµό σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων, κατ’ εφαρµογή του άρθρου 133 παρ. 1 στοιχείο α΄ ή ποινή φυλάκισης, ισχύει το ίδιο – δηλαδή τελικά µόνο τον περιορισµό σε ειδικό κατάστηµα κράτησης θα εκτίσει.

γ) Αν ο κρατούµενος σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων διαπράξει κακούργηµα µετά τη συµπλήρωση του δέκατου όγδοου και πριν από τη συµπλήρωση του εικοστού πέµπτου έτους της ηλικίας του, για το οποίο του επιβάλλεται κάθειρξη, κατ’ εφαρµογή του άρθρου 133 στοιχείο β΄, το δικαστήριο επιβάλλει συνολική ποινή κάθειρξης επαυξηµένη. Η επαύξηση δεν µπορεί να είναι κατώτερη από το ένα δεύτερο της ποινής που είχε καθορίσει η προηγούµενη απόφαση του δικαστηρίου. Κατά τα λοιπά εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1.

Προϊσχύον άρθρο: Άρθρο 132 - Συρροή

  1. Αν ο κρατούμενος σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων διαπράξει αξιόποινη πράξη πριν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του ή αν συντρέξει άλλη περίπτωση συρροής κατά το Άρθρο 97, το δικαστήριο επαυξάνει την ποινή που του είχε καθορίσει με την προηγούμενη απόφασή του χωρίς να υπερβεί τα όρια του άρθρου 54.
  2. Αν ο κρατούμενος σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων διαπράξει αξιόποινη πράξη μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας του:

α) Εφόσον η ποινή που προσδιορίσθηκε για την πράξη αυτή είναι πρόσκαιρη κάθειρξη, το δικαστήριο επιβάλλει συνολική ποινή κάθειρξης επαυξημένη. Η επαύξηση της κάθειρξης δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το ήμισυ της ποινής που είχε καθορίσει η προηγούμενη απόφαση του δικαστηρίου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1.

β) Αν η ποινή που επιβλήθηκε για τη νέα πράξη είναι ηπιότερη από την πρόσκαιρη κάθειρξη, το δικαστήριο επαυξάνει την ποινή που είχε καθορίσει με προηγούμενη απόφαση, όχι όμως πέρα από το ανώτατο όριο περιορισμού, το οποίο ορίζεται στο Άρθρο 54.

Άρθρο 133 - Νεαροί ενήλικες

Όταν ο δράστης κατά τον χρόνο τέλεσης αξιόποινης πράξης δεν έχει συµπληρώσει το εικοστό πέµπτο έτος της ηλικίας του, το δικαστήριο µπορεί: α) να διατάξει τον περιορισµό του σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων (άρθρο 54) εφόσον κρίνει ότι η τέλεση της πράξης οφείλε ται στην ελλιπή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, λόγω της νεαρής ηλικίας και ότι ο περιορισµός αυτός θα είναι αρκετός για να αποφευχθεί η τέλεση άλλων εγκληµάτων, ή β) να επιβάλει µειωµένη ποινή (άρθρο 83). Στην περίπτωση αυτή εφαρµόζεται η διάταξη της παρ. 3 εδ. β΄ του άρθρου 130.

Αιτιολογική έκθεση:

Ουσιώδεις αλλαγές επέρχονται στο άρθρο αυτό, που αναφέρεται στην ποινική µεταχείριση των νεαρών ενήλικων δραστών αξιόποινων πράξεων. Με βάση την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 133 ΠΚ, νεαροί ενήλικες θεωρούνται άτοµα από 18 – 21 ετών, στους οποίους το δικαστήριο µπορεί να επιβάλει µειωµένη ποινή. Το ηλικιακό αυτό όριο κρίνεται πλέον διεθνώς ως ιδιαιτέρως στενό.

Σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο παρατηρείται η τάση επέκτασης του πεδίου εφαρµογής του ποινικού δικαίου των ανηλίκων και σε άτοµα µεγαλύτερα των 21 έως 25 ετών, επειδή συχνά η εγκληµατική συµπεριφορά των ατόµων αυτών σχετίζεται µε το µεταβατικό στάδιο της ανάπτυξής τους και είναι γι’ αυτό παροδική και εφήµερη.

Το µεταβατικό στάδιο προς την ενηλικίωση φαίνεται να έχει παραταθεί πολύ πέραν των 18 ετών. Κρίθηκε, λοιπόν, σκόπιµο να δοθεί στο δικαστήριο η δυνατότητα, κρίνοντας κάθε συγκεκριµένη περίπτωση, να αποφασίζει αν οι νεαροί ενήλικες (18-25 ετών) πρέπει να αντιµετωπίζονται κατά τρόπο παρόµοιο µε εκείνο που προβλέπεται για τους ανηλίκους, επιβάλλοντας σε αυτούς περιορισµό σε ειδικό κατάστηµα κράτησης και όχι ποινή στερητικής της ελευθερίας, ενώ και όταν επιβάλλεται ποινή στερητικής της ελευθερίας, αυτή να µπορεί η ποινή αυτή να είναι µειωµένη. Προβλέπεται ειδικότερα ότι όταν ο δράστης κατά τον χρόνο τέλεσης αξιόποινης πράξης δεν έχει συµπληρώσει το εικοστό πέµπτο έτος της ηλικίας του, το δικαστήριο µπορεί είτε να διατάξει τον περιορισµό του σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων εφόσον κρίνει ότι η τέλεση της πράξης οφείλεται στην ελλιπή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, λόγω της νεαρής ηλικίας και ότι ο περιορισµός αυτός θα είναι αρκετός για να αποφευχθεί η τέλεση άλλων εγκληµάτων είτε να επιβάλει µειωµένη ποινή. Στην περίπτωση αυτή ο νεαρός ενήλικος πρέπει οπωσδήποτε να εκτίσει την ποινή του χωριστά από άλλους ενήλικους δράστες. Δεν αποκλείεται ασφαλώς, όπως και στο πλαίσιο του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο να επιλέξει τελικά να επιβάλει πλήρη ποινή.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 133 - Νεαροί ενήλικες

Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ποινή ελαττωμένη (Άρθρο 83) σε όποιον, κατά το χρόνο που τέλεσε αξιόποινη πράξη, είχε συμπληρώσει το δέκατο όγδοο, όχι όμως και το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 130



Απόσπασμα ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ Ν. 4619 2019 (ΦΕΚ Α' 95 11.6.2019)

Άρθρο 239 - Σκοπός της ανάκρισης

  1. Σκοπός της κύριας ανάκρισης είναι η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να βεβαιωθεί η τέλεση εγκλήματος και να αποφασιστεί αν πρέπει να εισαχθεί κάποιος σε δίκη γι' αυτό.
  2. Κατά την κύρια ανάκριση γίνεται καθετί που μπορεί να βοηθήσει την εξακρίβωση της αλήθειας, εξετάζεται και βεβαιώνεται αυτεπαγγέλτως όχι μόνο η ενοχή, αλλά και η αθωότητα του κατηγορουμένου, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής. Αν ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος, γίνεται ειδική έρευνα για την υγιεινή, την ηθική και τη διανοητική του κατάσταση, για την προηγούμενη ζωή του, για τις οικογενειακές συνθήκες και γενικά για το περιβάλλον του. Γι' αυτό το σκοπό όποιος ενεργεί την ανάκριση μπορεί να αναθέσει τη συλλογή των απαιτούμενων πληροφοριών σε έναν από τους επιμελητές που υπηρετούν στις κατά τόπους Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων. Η σχετική έκθεση των επιμελητών τίθεται στη δικογραφία, λαμβάνει δε γνώση αυτής και ο κατηγορούμενος.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 239 - Σκοπός της ανάκρισης

  1. Σκοπός της ανάκρισης είναι η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να βεβαιωθεί η τέλεση εγκλήματος και να αποφασιστεί αν πρέπει να εισαχθεί κάποιος σε δίκη γι' αυτό.
  2. Κατά την ανάκριση γίνεται καθετί που μπορεί να βοηθήσει την εξακρίβωση της αλήθειας, εξετάζεται και βεβαιώνεται αυτεπαγγέλτως όχι μόνο η ενοχή, αλλά και η αθωότητα του κατηγορουμένου, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής. Αν ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος, γίνεται ειδική έρευνα για την υγιεινή, την ηθική και τη διανοητική του κατάσταση, για την προηγούμενη ζωή του, για τις οικογενειακές συνθήκες και γενικά το περιβάλλον του. Για αυτό το σκοπό όποιος ενεργεί την ανάκριση, αναθέτει τη συλλογή των απαιτούμενων πληροφοριών σε έναν από τους επιμελητές που υπηρετούν στις κατά τόπους Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων. Η σχετική έκθεση των επιμελητών τίθεται στη δικογραφία, λαμβάνει δε γνώση αυτής και ο κατηγορούμενος.

Άρθρο 240 - Τόπος και χρόνος της ανάκρισης

Ως προς τον τόπο και το χρόνο της κύριας ανάκρισης δεν υπάρχει κανένας περιορισμός, δεν πρέπει όμως να γίνεται σε ακατάλληλο τόπο και χρόνο. Η ανάκριση μπορεί να γίνει και κατά την διάρκεια της νύχτας και Κυριακές και γιορτές.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 240 - Τόπος και χρόνος της ανάκριση

Ως προς τον τόπο και το χρόνο της ανάκρισης δεν υπάρχει κανένας περιορισμός δεν πρέπει όμως να γίνεται σε ακατάλληλο τόπο και χρόνο. Η ανάκριση μπορεί να γίνει και κατά τη διάρκεια της νύχτας και Κυριακές και γιορτές.

Άρθρο 241 - Η ανάκριση είναι έγγραφη

Η ανάκριση γίνεται πάντοτε εγγράφως και χωρίς δημοσιότητα διενεργείται με την παρουσία δικαστικού γραμματέα ή δεύτερου ανακριτικού υπαλλήλου ή, αν δεν υπάρχουν αυτοί, με παρουσία δύο μαρτύρων που έχουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 150. Αν δεν είναι δυνατό να βρεθούν τέτοιοι μάρτυρες, όποιος διενεργεί την ανάκριση είναι υποχρεωμένος να την ολοκληρώσει και μόνος του. Για κάθε ανακριτική πράξη συντάσσεται έκθεση σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 241 - Η ανάκριση είναι έγγραφη

Η ανάκριση γίνεται πάντοτε εγγράφως και χωρίς δημοσιότητα. Διενεργείται με την παρουσία δικαστικού γραμματέα ή δεύτερου ανακριτικού υπαλλήλου ή, αν δεν υπάρχουν αυτοί, με παρουσία δύο μαρτύρων που έχουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 150. Αν δεν είναι δυνατόν να βρεθούν τέτοιοι μάρτυρες, όποιος διενεργεί την ανάκριση είναι υποχρεωμένος να την ολοκληρώσει και μόνος του. Για κάθε ανακριτική πράξη συντάσσεται έκθεση σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους.

Άρθρο 242 - Αυτόφωρο έγκλημα

  1. Αυτόφωρο είναι το έγκλημα του οποίου ο δράστης καταλαμβάνεται την ώρα που το τελεί.
  1. Θεωρείται επίσης ότι υπάρχει αυτόφωρο έγκλημα όταν ο δράστης καταδιώκεται αμέσως μετά την πράξη από τη δημόσια δύναμη ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται σε χρόνο πολύ κοντινό στην αξιόποινη πράξη με αντικείμενα ή ίχνη από τα οποία συνάγεται η διάπραξη του εγκλήματος. Ποτέ δεν θεωρείται ότι συντρέχει μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, αν πέρασε όλη η επόμενη ημέρα από την τέλεση της πράξης.
  1. Τα εγκλήματα που τελούνται από ανηλίκους δεν δικάζονται ως αυτόφωρα.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 242 - Αυτόφωρο έγκλημα

  1. Αυτόφωρο είναι το έγκλημα την ώρα που γίνεται ή το έγκλημα που έγινε πρόσφατα. Η πράξη θεωρείται ότι έγινε πρόσφατα, ιδίως όταν αμέσως ύστερα απ' αυτήν ο δράστης καταδιώκεται από τη δημόσια δύναμη ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε να έχει αντικείμενα ή ίχνη, από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο.
  2. Ποτέ δεν θεωρείται ότι συντρέχει μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, αν πέρασε όλη η επόμενη ημέρα από την τέλεση της πράξης.
  3. Τα εγκλήματα που τελούνται δια του τύπου θεωρούνται πάντοτε αυτόφωρα.
  4. Τα εγκλήματα που τελούνται από ανηλίκους δεν δικάζονται ως αυτόφωρα.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ

Άρθρο 243 - Σκοπός της προκαταρκτικής εξέτασης και διάρκεια αυτής

  1. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241 και με αυτή επιδιώκεται η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να αποφασισθεί αν πρέπει να κινηθεί η ποινική δίωξη. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού κατά την προκαταρκτική εξέταση μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 178 αποδεικτικά μέσα και να διενεργηθούν όλες οι ανακριτικές πράξεις των άρθρων 253, 256, 257, 259, 260, 264 και 265 καθώς και όσες προβλέπονται σε ειδικούς νόμους.
  1. Η προκαταρκτική εξέταση είναι συνοπτική και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κατά το άρθρο 37 πληροφόρηση της αρμόδιας αρχής μέχρι την κίνηση ή όχι της ποινικής δίωξης δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί έως τρεις το πολύ μήνες ή, εφόσον η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, για εύλογο χρονικό διάστημα, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή εφετών κατά περίπτωση.

Άρθρο 244 - Δικαιώματα του υπόπτου κατά την προκαταρκτική εξέταση

  1. Αν η προκαταρκτική εξέταση διενεργείται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκειά της αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται υποχρεωτικώς πριν από πέντε τουλάχιστον ημέρες αν κατοικεί ή διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στο εσωτερικό και πριν από 15 τουλάχιστον ημέρες αν κατοικεί ή διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, για την παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται χωρίς όρκο. Ο ύποπτος έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 89, 90, 91, 92 παρ. 1, 95, 96, 99 παρ. 1 εδ. α', 2 και 4, 100, 101, 102, 103 και 104, καθώς και το δικαίωμα να διορίσει τεχνικό σύμβουλο σε περίπτωση διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, εφαρμοζόμενης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 183. Το δικαίωμα ενημέρωσης του υπόπτου περιλαμβάνει κατ' ελάχιστο τη γνωστοποίηση των ποινικών διατάξεων, η παραβίαση των οποίων διερευνάται, καθώς και των θεμάτων επί των οποίων θα παράσχει εξηγήσεις. Τα ως άνω δικαιώματά του μπορεί να ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε εκπροσωπούμενος από συνήγορο που διορίζεται κατά το άρθρο 89 παρ. 2, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, κατά την κρίση εκείνου που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Οι διατάξεις των άρθρων 156 και 273 παρ. 1γ εφαρμόζονται αναλόγως. Εφόσον ο ύποπτος κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέτασή του
  1. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο κλήση προς παροχή εξηγήσεων για πράξη τιμωρούμενη σε βαθμό κακουργήματος, μπορεί να παραλειφθεί, αν από τα στοιχεία της προκαταρκτικής εξέτασης προκύπτει σαφώς ότι ο ύποπτος έχει σχεδιάσει την φυγή του ή την τέλεση νέων εγκλημάτων και έχουν προκύψει επαρκείς ενδείξεις για την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης.
  1. Προηγούμενη έγγραφη εξέταση του υπόπτου που έγινε με όρκο ή χωρίς τη δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων της παρ. 1 εδ. ß' απαγορεύεται να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας. Τυχόν παραμονή της στη δικογραφία συνιστά προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.
  1. Αν, μετά την περάτωση της προκαταρκτικής εξέτασης, πρόκειται να κινηθεί ποινική δίωξη για πράξη ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία διενεργήθηκε αυτή, καλείται ο ύποπτος υποχρεωτικά να ασκήσει εκ νέου τα πιο πάνω δικαιώματά του, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού.
  1. Το συμβούλιο πλημμελειοδικών επιλύει όλες τις διαφορές ή αμφισβητήσεις που προκύπτουν κατά την προκαταρκτική εξέταση μεταξύ του υπόπτου και εκείνου που υποστηρίζει την κατηγορία ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα.

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ – ΠΡΟΑΝΑΚΡΙΣΗ

Άρθρο 245 - Πότε και από ποιον ενεργείται

  1. Η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο μετά από γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα, είναι συνοπτική και δεν περατώνεται πριν ληφθεί η απολογία του κατηγορουμένου. Παραγγελία για προανάκριση δίνεται μόνο στις περιπτώσεις των άρθρων 322 παρ. 2 εδάφιο γ' και 323 εδάφιο γ'.
  1. Αν υπάρχουν ενδείξεις ότι τελέστηκε αδίκημα και από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος απώλειας των αποδεικτικών στοιχείων ή υπάρχει δυσχέρεια πραγματοποίησης συγκεκριμένης ανακριτικής πράξης ή κτήσης αποδεικτικού στοιχείου στο μέλλον ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, οι κατά το άρθρο 31 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις ανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο εισαγγελέας, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43 κ.ε..
  1. Αν από την αυτεπάγγελτη προανάκριση δεν προέκυψε η ταυτότητα του δράστη ορισμένου εγκλήματος, η δικογραφία τίθεται με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα στο αρχείο. Το ίδιο μπορεί να πράξει ο εισαγγελέας και αν ο δράστης παραμένει άγνωστος μετά από προκαταρκτική εξέταση. Στην περίπτωση αυτήν η κατά το άρθρο 43 ποινική δίωξη θεωρείται ότι ασκήθηκε με την έκδοση της πιο πάνω πράξης του εισαγγελέα, η οποία πρέπει να περιέχει και τον χαρακτηρισμό του αδικήματος και τον χρόνο τέλεσής του. Αν ακολούθως αποκαλυφθεί ο δράστης, η δικογραφία ανασύρεται από το αρχείο και συνεχίζεται η ποινική διαδικασία. Αν οι κατηγορούμενοι είναι περισσότεροι, η αρχειοθέτηση γίνεται μόνον ως προς αυτόν που παρέμεινε άγνωστος

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 243 - Πότε και από ποιον ενεργείται

  1. Η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο μετά γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα.
  2. Αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, όλοι οι κατά τα άρθρα 33 και 34 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο εισαγγελέας, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43 κ.ε.
  3. Ο ανακριτικός υπάλληλος που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι υποχρεωμένος να διενεργήσει όλες τις προανακριτικές πράξεις που αφορούν την υπόθεση για την οποία η παραγγελία και καλεί ενώπιόν του τους μάρτυρες για εξέταση και τους κατηγορούμενους για να απολογηθούν εφόσον αυτοί κατοικούν στην περιφέρεια του εφετείου της έδρας του. Αν οι μάρτυρες και οι κατηγορούμενοι είναι κάτοικοι άλλων εφετειακών περιφερειών, ο ανωτέρω ανακριτικός υπάλληλος ζητεί την εξέταση των μαρτύρων και τη λήψη των απολογιών των κατηγορουμένων από τον αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο, ο οποίος πρέπει να εκτελέσει αυτήν μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών. Ο αρχικά ορισθείς ανακριτικός υπάλληλος μετά το πέρας των άνω ενεργειών επιστρέφει τη δικογραφία με εκτελεσμένη πλήρως την παραγγελία στον παραγγείλαντα εισαγγελέα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα Εφετεία Αθηνών και Πειραιώς θεωρούνται ως ανήκοντα σε μία εφετειακή περιφέρεια. Ανακριτικός υπάλληλος που παραβιάζει τις ανωτέρω διατάξεις τιμωρείται πειθαρχικά, σύμφωνα με τις πειθαρχικές διατάξεις από τις οποίες διέπεται, ανάλογα με το βαθμό της υπαιτιότητάς του.
  4. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την παραγγελία για διενέργεια προανάκρισης μέχρι την περάτωσή της κατά το άρθρο 245, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί έως τρεις το πολύ μήνες ή, εφόσον η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, για εύλογο χρονικό διάστημα, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα εφετών.

Άρθρο 244 - Πότε η προανάκριση είναι αναγκαία

Παραγγελία για προανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 1 εδάφιο πρώτο, δίνεται μόνο για πλημμελήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς πλημμελειοδικείου ή έχουν τελεστεί από πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας, όταν έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή συντρέχουν ειδικά μνημονευόμενοι στην παραγγελία του εισαγγελέα εξαιρετικοί λόγοι, που επιβάλλουν τη διεξαγωγή συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων.

Άρθρο 245 - Πώς τελειώνει η προανάκριση

  1. Η προανάκριση είναι συνοπτική και, αφού κληθεί ο κατηγορούμενος να απολογηθεί πριν από σαράντα οκτώ τουλάχιστον ώρες, περατώνεται:

α) με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή

β) με πρόταση του εισαγγελέα στο δικαστικό συμβούλιο, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην επόμενη παράγραφο, ή

γ) με παραγγελία του εισαγγελέα στον ανακριτή, εφόσον προκύπτει τέλεση κακουργήματος. Στην τελευταία περίπτωση, η προανάκριση μπορεί και να διακοπεί κατά τον ίδιο τρόπο.

  1. Πρόταση στο συμβούλιο γίνεται, εφόσον ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Αν υπάρχουν περισσότεροι κατηγορούμενοι και δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος μερικών από αυτούς ή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ή να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας μπορεί να χωρίσει την υπόθεση και να την εισαγάγει μόνο ως προς αυτούς στο δικαστικό συμβούλιο. Πρόταση επίσης στο δικαστικό συμβούλιο γίνεται και όταν ο εισαγγελέας εφετών, στον οποίο υποβάλλεται μετά την προανάκριση η δικογραφία, που αφορά πρόσωπα ιδιάζουσας δωσιδικίας, αρμοδιότητας τριμελούς εφετείου, κρίνει ότι δεν συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και παραγγέλλει την εισαγωγή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο.
  2. Αν από την προανάκριση δεν προέκυψε η ταυτότητα του δράστη ορισμένου εγκλήματος, η δικογραφία τίθεται με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα στο αρχείο. Το ίδιο μπορεί να πράξει ο εισαγγελέας και αν ο δράστης παραμένει άγνωστος μετά από προανάκριση κατά το άρθρο 243 παράγραφος 2 εδάφιο πρώτο ή προκαταρκτική εξέταση ή ένορκη διοικητική εξέταση ή πόρισμα ή έκθεση ελέγχου του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ή Σώματος ή Υπηρεσίας Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/ 2002. Στην περίπτωση αυτήν η κατά το άρθρο 43 ποινική δίωξη θεωρείται ότι ασκήθηκε με την έκδοση της πιο πάνω πράξης του εισαγγελέα, η οποία πρέπει να περιέχει και το χαρακτηρισμό του αδικήματος και το χρόνο τέλεσής του. Αν ακολούθως αποκαλυφθεί ο δράστης, η δικογραφία ανασύρεται από το αρχείο και συνεχίζεται η ποινική διαδικασία. Αν οι κατηγορούμενοι είναι περισσότεροι, η αρχειοθέτηση γίνεται μόνον ως προς αυτόν που παρέμεινε άγνωστος.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΚΥΡΙΑ ΑΝΑΚΡΙΣΗ

Άρθρο 246 - Ποιος ενεργεί την κύρια ανάκριση

  1. Την κύρια ανάκριση την ενεργεί μόνο ο ανακριτής, μετά από γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα, βάσει κατηγορητηρίου το οποίο συντάσσεται από τον εισαγγελέα, περιέχει δε όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στα άρθρα 99 και 273 παρ. 2 και τα οποία είναι γνωστά στον εισαγγελέα μέχρι το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης ή την ολοκλήρωση της αυτεπάγγελτης προανάκρισης. Το κατηγορητήριο συνοδεύει την άσκηση της ποινικής δίωξης στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού. Στα αυτόφωρα εγκλήματα η γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα, μπορεί να περιορίζεται στην παράθεση της ποινικής διάταξης που προβλέπει την αξιόποινη πράξη.
  1. Τέτοια παραγγελία δίνει ο εισαγγελέας:

α) σε κακουργήματα,

β) σε πλημμελήματα στα οποία προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής προσωρινής κράτησης καθώς και σε εκείνα στα οποία, κατά την κρίση του, συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν στον κατηγορούμενο περιοριστικοί όροι κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 283.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 246 - Ποιος ενεργεί την κύρια ανάκριση

  1. Την κύρια ανάκριση ενεργεί μόνο ο ανακριτής, μετά γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα, η οποία καθορίζει και εξειδικεύει την αξιόποινη πράξη και την ποινική διάταξη που την προβλέπει.
  2. Ο εισαγγελέας μπορεί να δώσει την παραγγελία προς τον ανακριτή, σε οποιοδήποτε στάδιο της προανάκρισης και αμέσως μετά την κίνηση της ποινικής δίωξης.
  3. Τέτοια παραγγελία δίνει ο εισαγγελέας:

α) σε κακουργήματα,

β) σε πλημμελήματα στα οποία κατά την κρίση του συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι στον κατηγορούμενο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 282

Άρθρο 247 - Διαφωνία του ανακριτή

Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα να μην εκτελέσει την παραγγελία του εισαγγελέα για την ενέργεια κύριας ανάκρισης, μόνο αν θεωρεί τον εαυτό του αναρμόδιο ή αν η πράξη δεν έχει αξιόποινο χαρακτήρα ή αν παραγράφηκε το αξιόποινο ή αν υπάρχουν λόγοι που εμποδίζουν ή αναστέλλουν την ποινική δίωξη. Στις περιπτώσεις αυτές, για τη διαφωνία αποφασίζει το δικαστικό συμβούλιο.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 247 - Διαφωνία του ανακριτή

  1. Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα να μην εκτελέσει την παραγγελία του εισαγγελέα για την ενέργεια κύριας ανάκρισης, μόνο αν θεωρεί τον εαυτό του αναρμόδιο ή αν η πράξη δεν έχει αξιόποινο χαρακτήρα ή αν παραγράφηκε το αξιόποινο ή αν υπάρχουν λόγοι που εμποδίζουν ή αναστέλλουν την ποινική δίωξη.
  2. Στις περιπτώσεις αυτές, για τη διαφωνία αποφασίζει το δικαστικό συμβούλιο.

Άρθρο 248 - Ενέργειες του ανακριτή

  1. Μόλις ο ανακριτής λάβει την παραγγελία του εισαγγελέα και το κατηγορητήριο, καλεί τον κατηγορούμενο σε απολογία κατά το άρθρο 270 βάσει του εισαγγελικού κατηγορητηρίου, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των παρ. 2 και 3.
  1. Ο ανακριτής δικαιούται να επαναλάβει τις ανακριτικές πράξεις του εισαγγελέα ή των υπ' αυτόν ανακριτικών υπαλλήλων μόνο αν θεωρεί ότι αυτό είναι αναγκαίο για τη νομιμότητά τους ή την πληρέστερη διερεύνηση της υπόθεσης. Επίσης προς τον σκοπό αυτό δικαιούται να διενεργήσει νέες ανακριτικές πράξεις εξ ιδίας πρωτοβουλίας ή κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου κατά το άρθρο 274.
  1. Στις περιπτώσεις της παρ. 2, εφόσον προκύπτουν νέες περιστάσεις στο πλαίσιο του ίδιου νομικού χαρακτηρισμού, ο ανακριτής συμπληρώνει ή διορθώνει το κατηγορητήριο και καλεί τον κατηγορούμενο σε απολογία, βάσει αυτού.
  1. Σε υποθέσεις το αντικείμενο των οποίων απαιτεί ειδικές γνώσεις, ο ανακριτής μπορεί να ζητήσει από τον εισαγγελέα εφετών, που έχει την ανώτατη εποπτεία της ανάκρισης, να ορίσει με πράξη του ειδικούς επιστήμονες για την υποβοήθηση του έργου της ανάκρισης. Ο ορισμός των προσώπων αυτών γίνεται μεταξύ αυτών που έχουν την απαιτούμενη εξειδίκευση και εφαρμόζονται αναλόγως, ως προς αυτούς, οι διατάξεις των άρθρων 188 έως 193. Οι ειδικοί αυτοί επιστήμονες συνεπικουρούν με κάθε πρόσφορο τρόπο το έργο του ανακριτή για την ακριβέστερη διάγνωση και κρίση γεγονότων, για τα οποία απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Σε κάθε περίπτωση με την βοήθεια των ως άνω προσώπων ο ανακριτής οφείλει επίσης να βεβαιώσει την ζημία που προκλήθηκε από το έγκλημα, αν αυτή αποτελεί στοιχείο της ειδικής υπόστασης των ερευνώμενων εγκλημάτων ή είναι γενικότερα αναγκαία για την δικαστική κρίση σχετικά με το έγκλημα ή κάποια από τις περιστάσεις του.
  1. Ο ανακριτής οφείλει να περατώσει την κύρια ανάκριση μέσα σε οκτώ μήνες και τη διατασσόμενη από το συμβούλιο συμπληρωματική ανάκριση μέσα σε δύο μήνες, αφότου η δικογραφία περιέλθει σε αυτόν, ενώ σε περίπτωση που ο ανακριτής έχει εκδώσει κατά του κατηγορουμένου ένταλμα προσωρινής κράτησης, οφείλει να περατώσει την κυρία ανάκριση μέσα σε τέσσερις μήνες από την επιβολή της προσωρινής κράτησης, εκτός αν η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί επιβάλλουν την υπέρβαση των προθεσμιών αυτών.
  1. Αν από την ανάκριση προκύψουν ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος αποκόμισε ή προσπόρισε σε άλλον περιουσιακό όφελος από πράξη τιμωρούμενη σε βαθμό κακουργήματος, ο ανακριτής οφείλει επίσης να διερευνήσει την περιουσιακή κατάσταση του κατηγορουμένου, εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο για την βεβαίωση του εγκλήματος, προβαίνοντας σε κάθε αναγκαία ενέργεια προς τον σκοπό αυτό. Κατά την έρευνα αυτή, ο ανακριτής, με διάταξή του που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, μπορεί να αίρει το φορολογικό, τραπεζικό, χρηματιστηριακό ή κάθε άλλου είδους απόρρητο, με την εξαίρεση του δικηγορικού (άρθρο 39 παρ. 1 ν. 4194/2013) και του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου (ν. 2225/1994) και να αποκτά πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, προκειμένου να διαπιστώσει την περιουσιακή κατάσταση του κατηγορουμένου και κατά την κρίση του και κάθε άλλου προσώπου, για το οποίο, από τα στοιχεία της ανάκρισης, προκύπτουν ενδείξεις ότι απέκτησε περιουσία που προέρχεται ή σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τη διερευνώμενη πράξη. Η κατά την παράγραφο αυτή έρευνα μπορεί να παραλειφθεί, αν τέτοιος έλεγχος έχει λάβει χώρα στο πλαίσιο τυχόν προηγηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 248 - Ενέργειες του ανακριτή

  1. Μόλις ο ανακριτής λάβει την παραγγελία του εισαγγελέα, ενεργεί όλες τις ανακριτικές πράξεις που θεωρεί κατά την κρίση του αναγκαίες για να εξακριβωθούν το έγκλημα και οι υπαίτιοι. Σε υποθέσεις το αντικείμενο των οποίων απαιτεί ειδικές γνώσεις, ο ανακριτής μπορεί να ζητήσει από τον εισαγγελέα εφετών, που έχει την ανώτατη διεύθυνση της ανάκρισης, να ορίσει με πράξη του ειδικούς επιστήμονες για την υποβοήθηση του έργου της ανάκρισης. Ο ορισμός των προσώπων αυτών γίνεται μεταξύ αυτών που υπηρετούν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και εφαρμόζονται αναλόγως, ως προς αυτούς, οι διατάξεις των άρθρων 188 έως 193.
  2. Ο ανακριτής οφείλει επίσης να βεβαιώσει τη ζημία που προκλήθηκε από το έγκλημα, αν αυτό είναι αναγκαίο για τη δικαστική κρίση σχετικά με το έγκλημα ή κάποια από τις περιστάσεις του ή αν παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων εκείνος που αδικήθηκε.
  3. Αν προηγήθηκε προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, ο ανακριτής δεν επαναλαμβάνει τις ανακριτικές πράξεις που έχουν γίνει στο πλαίσιό τους. Μόνο όταν κρίνει ότι οι πράξεις δεν έγιναν νομότυπα ή όταν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χρειάζονται ειδική συμπλήρωση, επαναλαμβάνει αυτές.
  4. Ο ανακριτής οφείλει να περατώσει την κύρια ανάκριση μέσα σε οκτώ μήνες και τη διατασσόμενη από το συμβούλιο συμπληρωματική ανάκριση μέσα σε δύο μήνες, αφότου η δικογραφία περιέλθει σε αυτόν. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι προθεσμίες αυτές μπορούν να παραταθούν εφάπαξ μέχρι δύο μήνες με αιτιολογημένο σε κάθε περίπτωση βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, στο οποίο ο ανακριτής απευθύνεται πριν από τη συμπλήρωση των πιο πάνω προθεσμιών. Εάν η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, η κατά τα ως άνω παράταση μπορεί να διαρκέσει για εύλογο χρονικό διάστημα.
  5. Αν ο ανακριτής έχει εκδώσει κατά του κατηγορουμένου ένταλμα προσωρινής κράτησης, οφείλει να περατώσει την κυρία ανάκριση μέσα σε τέσσερις μήνες αφότου η δικογραφία περιήλθε σε αυτόν. Η προθεσμία αυτή σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να παραταθεί εφάπαξ για σαράντα ακόμη ημέρες, με αιτιολογημένο σε κάθε περίπτωση βούλευμα του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, στο οποίο ο ανακριτής απευθύνεται πριν από τη συμπλήρωση της ως άνω προθεσμίας. Αν ο εισαγγελέας παραγγείλει ή το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο διατάξει συμπληρωματική ανάκριση, ο ανακριτής οφείλει να την περατώσει μέσα σε τριάντα ημέρες, αφότου η δικογραφία περιήλθε σε αυτόν.

Άρθρο 249 - Επιτόπια μετάβαση του ανακριτή

  1. Ο ανακριτής μπορεί να μεταβαίνει για να διενεργήσει ανάκριση, έξω από την έδρα του με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή και σε άλλη δικαστική περιφέρεια, αν το εγκρίνει ο εισαγγελέας εφετών. Στην τελευταία περίπτωση ειδοποιείται ο εισαγγελέας εφετών της περιφέρειας όπου πρόκειται να γίνει η ανάκριση
  1. Ο ανακριτής μπορεί να αναθέσει σε άλλον ανακριτικό υπάλληλο τις πράξεις που πρόκειται να διενεργηθούν έξω από την έδρα του, μέσα όμως στη δική του δικαστική περιφέρεια. Επίσης αναθέτει στον αρμόδιο ανακριτή ή ανακριτικό υπάλληλο εκείνες που πρόκειται να γίνουν έξω από την περιφέρειά του, ειδοποιώντας συγχρόνως τον οικείο εισαγγελέα. Δεν μπορεί όμως να αναθέσει σε άλλο ανακριτή την λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου.
  1. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο ανακριτής μπορεί να αναθέσει την διενέργεια ορισμένων πράξεων σε άλλον ανακριτή ή σε οποιονδήποτε προανακριτικό υπάλληλο της έδρας του, ειδοποιώντας συγχρόνως τον οικείο εισαγγελέα εφετών.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 249 - Επιτόπια μετάβαση του ανακριτή

  1. Ο ανακριτής μπορεί να μεταβαίνει, για να διενεργήσει ανάκριση, έξω από την έδρα του με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα πλημμελειοδικείου, ή και σε άλλη δικαστική περιφέρεια, αν το εγκρίνει ο εισαγγελέας του εφετείου. Στην τελευταία περίπτωση ειδοποιείται ο εισαγγελέας εφετών της περιφέρειας όπου πρόκειται να γίνει η ανάκριση, ο οποίος και ασκεί από το χρόνο της ειδοποίησης την εποπτεία που αναφέρει το άρθρο 35.
  2. Ο ανακριτής μπορεί να αναθέσει σε άλλον ανακριτικό υπάλληλο τις πράξεις που πρόκειται να διενεργηθούν έξω από την έδρα του, μέσα όμως στη δική του δικαστική περιφέρεια επίσης αναθέτει στον αρμόδιο ανακριτή ή ανακριτικό υπάλληλο εκείνες που πρόκειται να γίνουν έξω από την περιφέρειά του, ειδοποιώντας συγχρόνως τον οικείο εισαγγελέα.
  3. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο ανακριτής μπορεί να αναθέσει τη διενέργεια ορισμένων πράξεων σε άλλον ανακριτή ή σε οποιονδήποτε προανακριτικό υπάλληλο της έδρας του, ειδοποιώντας συγχρόνως τον οικείο εισαγγελέα εφετών.

Άρθρο 250 - Εξουσία του ανακριτή

  1. Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επεκτείνει τη δίωξη σε όλους όσους συμμετείχαν στην ίδια πράξη συντάσσοντας νέο κατηγορητήριο. Δεν μπορεί όμως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και σε άλλη πράξη, έστω και αν είναι συναφής, ούτε έχει δικαίωμα μεταβολής του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη.
  1. Αν κατά την πορεία της ανάκρισης ανακαλυφθούν και άλλες αξιόποινες πράξεις που διώκονται αυτεπαγγέλτως, ο ανακριτής τις ανακοινώνει στον εισαγγελέα, χωρίς εν τω μεταξύ να εμποδίζεται να ενεργεί τις κατεπείγουσες ανακριτικές πράξεις για τη βεβαίωσή τους. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 και επιστρέφει την δικογραφία στον ανακριτή, χωρίς να συντάξει κατηγορητήριο.

Προϊσχύον άρθρο:

Άρθρο 250 - Εξουσία του ανακριτή

  1. Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επεκτείνει τη δίωξη σε όλους όσους συμμετείχαν στην ίδια πράξη. Δεν μπορεί όμως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και σε άλλη πράξη, έστω και αν είναι συναφής, ούτε έχει δικαίωμα συρρίκνωσης ή διεύρυνσης της ασκηθείσας ποινικής δίωξης.
  2. Αν κατά την πορεία της ανάκρισης ανακαλυφθούν και άλλες αξιόποινες πράξεις που διώκονται αυτεπαγγέλτως, ο ανακριτής τις ανακοινώνει στον εισαγγελέα, χωρίς εν τω μεταξύ να εμποδίζεται να ενεργεί τις κατεπείγουσες ανακριτικές πράξεις για τη βεβαίωσή τους. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 43 του κώδικα.


Βιβλιοπωλείο